Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Δύο σημαντικά δοκίμια του Γιώργου Ρακκά: 1. Η Σία Αναγνωστοπούλου, το σχέδιο Ανάν και το νέο σχέδιο 2. Ευρώ ή δραχμή



Σημείωση ardin-rixi.gr: To κείμενο αυτό γράφηκε πριν από έναν περίπου χρόνο. Την περίοδο πριν τις ευρωεκλογές. Το επαναφέρουμε σήμερα, καθώς εν τέλει η Σία Αναγνωστοπούλου υπουργοποιήθηκε, και μάλιστα στην θέση του Υπουργείου Εξωτερικών, αρμόδια για τις ‘ευρωπαϊκές υποθέσεις’ (το κυπριακό, βεβαίως, αν ανοίξει από το Φθινόπωρο θα ανοίξει ως ‘ευρωπαϊκό πρόβλημα’)…
Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι του διαβόητου «Κοινού Ανακοινωθέντος» και η Σία Αναγνωστοπούλου επιδόθηκε σε νέο αγώνα –εντός του ΣΥΡΙΖΑ αυτήν την φορά, μιας και πλέον είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος και υποψήφιά του στις τελευταίες ευρωεκλογες– για να πείσει την αξιωματική αντιπολίτευση να στηρίξει αυτήν την νέα πρωτοβουλία του «διεθνούς παράγοντα» για την ολική επαναφορά του σχεδίου Ανάν.
Με κείμενο που συνυπογράφει με τον Αδάμο Ζαχαριάδη και τον βουλευτή Δράμας Χρήστο Καραγιαννίδη[1], επαναλαμβάνει σχεδόν τα ίδια επιχειρήματα (η ρητορική της «ύστατης ευκαιρίας») με εκείνα που επιστράτευσε εκείνην την ‘θερμή’ άνοιξη του 2004, ώστε να πείσει την ελληνοκυπριακή και την ελλαδική αριστερά για την αναγκαιότητα αποδοχής του Σχεδίου Ανάν.
Ωστόσο, μια σύντομη έρευνα του ρόλου που διαδραμάτισε εκείνην την εποχή, και των επιχειρημάτων πάνω στα οποία στήριξε τον αγώνα της υπέρ του ΝΑΙ – καταδεικνύει πως οι θεμελιώδεις πολιτικές εκτιμήσεις πάνω στις οποίες στηρίζει την θέση της όχι έχουν διαψευσθεί πανηγυρικά. Επιπρόσθετα, τα ίδια τα πεπραγμένα της σε σχέση με το ζήτημα, εκθέτουν τις πιο βασικές ιδεολογικές παραμέτρους πάνω στις οποίες στηρίζει την προσέγγιση του ελληνο-κυπριακού ζητήματος.
«Εν αρχή ην ο Λόγος, δηλαδή τα γεγονότα», λοιπόν, για να επαναλάβουμε κάτι που η ίδια έγραψε σε κείμενο υπέρ του Σχεδίου Ανάν, που συνυπόγραφε με τον Γιάννη Παπαδόπουλο και δημοσιεύθηκε στην Αυγή, στις 4 Απριλίου 2004[2].
Κατ’ αρχάς η σχέση της Σίας Αναγνωστοπούλου με την «υπόθεση Σχέδιο Ανάν» δεν είναι «εξωτερική» — απλώς και μόνο, μιας στρατευμένης πανεπιστημιακού που βλέπει στην προοπτική της επίλυσης του Κυπριακού «μιαν ευκαιρία» για την Αριστερά στο νησί, όπως η ίδια αρέσκεται να υποστηρίζει.
Ήταν, σύμφωνα με το βιογραφικό που αναρτάται σε ιστοσελίδα του Παντείου Πανεπιστημίου, «υπεύθυνη της ερευνητικής ομάδας του Υπουργείου Εξωτερικών της Κύπρου για θέματα που αφορούσαν την Τουρκία και την Τουρκοκυπριακή κοινότητα»[3] κατά την τελευταία τριετία της διακυβέρνησης Κληρίδη, όταν υπουργός εξωτερικών διατελούσε ο νυν υπουργός της Κυπριακής Δημοκρατίας, Γιάννης Κασουλίδης. Είναι κοινός τόπος ότι κατά την τελευταία της τριετία, και πριν παραδώσει την σκυτάλη στον Τάσσο Παπαδόπουλο, η κυβέρνηση Κληρίδη έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση του Σχεδίου Ανάν – ενώ προσπάθησε να «δεσμεύσει» την κυπριακή Δημοκρατία σε αυτό, παραμονές μάλιστα των προεδρικών εκλογών στην Κύπρο.
Ποιος άραγε να ήταν ο ρόλος της ερευνητικής ομάδας του Υπουργείου Εξωτερικών της Κύπρου, είναι άγνωστο, καθώς το έργο τέτοιων ομάδων δεν δημοσιοποιείται. Ωστόσο από τον τίτλο της, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η «ομάδα» ενημέρωνε τον Υπουργό εξωτερικών για την κατάσταση στα κατεχόμενα και την Τουρκία, το κλίμα, τις θέσεις τους, το πώς αντιδρούν στις διαπραγματεύσεις κ.ο.κ.
Ποια όμως ήταν τότε η αντίληψη και οι εκτιμήσεις της Σίας Αναγνωστοπούλου –που προφανώς τροφοδότησαν αντίστοιχες εισηγήσεις προς τον Υπουργό Γ. Κασουλίδη–; Μπορούμε να την συνάγουμε από την σχετική της αρθρογραφία. Στο προαναφερόμενο άρθρο της (Αυγή 4/4/2004) δίνει ένα σύντομο ιστορικό των γεγονότων που οδήγησαν στην συνάντηση της Λουκέρνης, υπό τον Τάσσο Παπαδόπουλο:
α) «Στη συνάντηση της Χάγης τον Μάρτιο 2003 η ελληνοκυπριακή πλευρά με την πλήρη συναίνεση της Ελλάδας αποδέχεται το Σχέδιο ως βάση διαπραγμάτευσης. Η τουρκοκυπριακή πλευρά με τη συναίνεση της Τουρκίας απορρίπτει το Σχέδιο».
β) «Η διπλωματική, λόγω Χάγης, απομόνωση της Τουρκίας, η απόγνωση των Τουρκοκυπρίων, λόγω της μη ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση μαζί με τους Ελληνοκύπριους, ανοίγουν τους ασκούς του Αιόλου τόσο στην Τουρκία όσο και στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Τους κρίσιμους μήνες μεταξύ Απριλίου-Δεκεμβρίου 2003 οι ζυμώσεις είναι δραματικές στην τουρκική/τουρκοκυπριακή πλευρά, ζυμώσεις που οδηγούν στην ανατροπή των εθνικών προτεραιοτήτων της Τουρκίας: το Κυπριακό από μείζον εθνικό πρόβλημα γίνεται δευτερεύον. Μείζον εθνικό πρόβλημα γίνεται η ευρωπαϊκή ένταξη. Οι τουρκοκυπριακές εκλογές του Δεκεμβρίου 2003 αποδεικνύουν του λόγου το αληθές».
γ) «Ακολουθεί η Νέα Υόρκη και η αποδοχή της δεσμευτικής διαδικασίας που επιβάλλουν τα Ηνωμένα Έθνη. Αυτά σε γενικές γραμμές είναι τα σημαντικά γεγονότα μέχρι τη Λουκέρνη όπου συναντώνται οι δύο πλευρές: μια ελληνική / ελληνοκυπριακή πλευρά που επίσημα αποδέχεται το Σχέδιο και επιμένει στην εξασφάλιση της λειτουργικότητας και βιωσιμότητας της λύσης, και μια τουρκική / τουρκοκυπριακή πλευρά που από το μείζον εθνικό πρόβλημα – Κύπρος έχει περάσει στο μείζον εθνικό πρόβλημα – Ευρώπη».
Μετά, κατά την εξιστόρησή της, ακολουθεί η Λουκέρνη όπου ο νεοεκλεγείς, «κακός» και «εθνικιστής» Τάσσος Παπαδόπουλος ανατρέπει όλον τον σχεδιασμό, «εκθέτει» την Ελληνο-κυπριακή πλευρά, η οποία ανταλλάσσει ρόλους με την «αδιάλλακτη» Τουρκία και απομονώνεται.
Απλό, λοιπόν, το σχήμα πάνω στο οποίο στηρίζει την άποψή της: Η αδιαλλαξία της Τουρκίας (υπό την πιέση των παλαιοκεμαλιστών) την οδηγεί σε διπλωματική απομόνωση που θέτει εν αμφιβόλω την ένταξή της στην Ε.Ε.* η τουρκοκυπριακή πλευρά απελπίζεται και προβαίνει σε μια «δημοκρατική ανταρσία» κατά τις εκλογές του Δεκεμβρίου 2003* η τότε νεότευκτη κυβέρνηση Ερντογάν, κύριος πυλώνας εκδημοκρατισμού της Τουρκίας κατά την Σ. Αναγνωστοπούλου, αποφασίζει σύγκρουση με τους παλαιοκεμαλιστές και λέει το μεγάλο «ΝΑΙ». Ο καλός εκδημοκρατιστής Ερντογάν, η ευρωπαϊκή Τουρκία, οι κακοί παλαιοκεμαλιστές –ένα σχήμα που ειρήσθω εν παρόδω υπήρξε επίσημη θέση των τουρκικών κυβερνήσεων του AKP καθ’ όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 2000[4].
Η εξέλιξη των γεγονότων, βέβαια, θα διαψεύσουν πανηγυρικά την Σία Αναγνωστοπούλου, και θα την αναδείξουν –σε σχέση με την Τουρκία– σε πρωταθλήτρια άστοχων εκτιμήσεων. Το 2010, δήλωνε σε συνέντευξή της στον Τάκη Καμπύλη, τότε συντάκτη της Καθημερινής: «Σήμερα […] ο εκσυγχρονισμός της τουρκικής κοινωνίας που επιχειρείται (κυρίως μέσω Ερντογάν) με την ευρωπαϊκή προοπτική, δεν μπορεί παρά να συνοδευτεί και από μέτρα εκδημοκρατισμού, όπως το απαιτεί η E.E. Θα δούμε ότι εκδημοκρατίζεται και η ταυτότητα. Σήμερα, στην τουρκική εθνική ταυτότητα προστίθεται ως δομικό, ένα στοιχείο που έλειπε από την πρόσφατη προηγούμενη, την κεμαλική: Το Ισλάμ»[5].
Μέσα σε τρία χρόνια από την στιγμή που γράφηκαν εκείνες οι αράδες, η τουρκική κυβέρνηση επιδόθηκε σε μια πρωτοφανή εκστρατεία διάλυσης της γειτονικής Συρίας –με την οποία μέχρι τότε διατηρούσαν εξαίσιες σχέσεις στο πλαίσιο της τουρκο-συριακής επαναπροσέγγισης– χρηματοδοτώντας δυνάμεις που αργότερα θα μετεξελιχθούν στον στρατό της ISIS, και χαλκεύοντας «στοιχεία» και «αποδείξεις» προκειμένου να πείσουν τις ΗΠΑ να αναλάβουν στρατιωτική δράση έναντι του Άσαντ. Και σαν να μην έφτανε αυτό, επιδόθηκε σ’ ένα κρεσέντο εσωτερικού αυταρχισμού. Διαδοχικά: α) Θεσμικό πογκρόμ εναντίον των δυνάμεων του «κοσμικού κράτους» β) Συστηματική προσπάθεια να επιβάλει μια ως τρόπο ζωής μια μονολιθική εκδοχή του τουρκικού σουνιτισμού στο εσωτερικό, με νομοθετήματα που ξεπερνούν κάθε φαντασία (μέτρα για τον περιορισμό της πώλησης αλκοόλ, απαγόρευση των διαχύσεων στο μετρό, απαγόρευση της χρήσης κραγιόν στις αεροσυνοδούς των τουρκικών αερογραμμών κ.ο.κ.), και που δημιουργούν σταδιακά ένα κλίμα διακρίσεων ενάντια κάθε εκδοχής πολιτιστικής διαφορετικότητας στο εσωτερικό της τουρκικής κοινωνίας (κυρίως τους Αλεβίτες, την κοσμική νεολαία, τους Κούρδους). γ) Αιματηρή καταστολή της εξέγερσης στην πλατεία Ταξίμ. δ) Θεσμικό πογκρόμ εναντίον των «Γκιουλενιστών». Πραγματικά μέσα σε δύο μόνο χρόνια, το AKP έκανε οτιδήποτε θα μπορούσε να περάσει από το χέρι του για να μας πείσει ότι ανακαινίζει την επιθετική, αυτοκρατορική παράδοση της Τουρκίας, και ταυτόχρονα στοχεύει στην εγκαθίδρυση ενός ιδιότυπου μοντέρνου σουλτανάτου στο εσωτερικό της χώρας.
Βέβαια, η Σία Αναγνωστοπούλου μετά από την πρωτοφανή έκθεση και διάψευση όσων υποστήριζε από τα ίδια τα γεγονότα, άρχιζε σταδιακά να μεταβάλει την θέση της –δίχως ίχνος αυτοκριτικής– επιστρατεύοντας τις γνωστές ταχυδακτυλουργικές πανουργίες της «διαλεκτικής» διανθισμένες με μια στριφνή ακαδημαϊκή αργκό, καταληπτή μόνο από τους στενά μυημένους σε τέτοιες κωδικοποιήσεις.
Ιδού πως μεταμορφώνεται για την Σία Αναγνωστοπούλου μετά το 2012 το AKP, άλλοτε σταθερά προσηλωμένος προς την Ε.Ε. παράγοντας εκδημοκρατισμού της Τουρκίας: «Ο τουρκικός νεο-εθνικισμός του μεγαλείου, στον οποίο για πρώτη φορά συνυπάρχουν αρμονικά ο τουρκισμός και ο ισλαμισμός και με τον οποίο εκτουρκίζεται το οθωμανικό παρελθόν, χρονολογείται από την εποχή του Τουργκούτ Οζάλ (δεκαετία 1980), κωδικοποιήθηκε το 2001 με το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου (Στρατηγικό βάθος: Η διεθνής θέση της Τουρκίας) και η εκπλήρωσή του διεκδικείται από το ισλαμικό κόμμα του Ερντογάν (ΑΚΠ). Ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ δεν επιδιώκει την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με όρους παραδοσιακής επεκτατικής πολιτικής· με το συμβολικό και ιστορικό οπλοστάσιο που αυτή προσφέρει, επιδιώκεται η ηγεμονία της Τουρκίας σε μια μεγάλη περιοχή. Με άλλα λόγια, ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ αποτελεί μεταφορά του νεοφιλελευθερισμού στην τουρκική διάλεκτο. Μέσα από την επανεπινόηση και επικαιροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ΑΚΠ κατασκευάζει ένα νέο τουρκικό όραμα, στο οποίο εμπερικλείεται το κεμαλικό (αλλά είναι πιο μεγαλειώδες από αυτό), παράγοντας έναν μεγάλο πολιτισμικό και οικονομικό χώρο προς εξάπλωση: έναν παγκόσμιο μουσουλμανικό χώρο, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. […] Στο πλαίσιο των υψηλών στόχων, η τουρκική εξωτερική πολιτική συγκροτείται με άξονα τη νέα αποστολή του τουρκικού έθνους: να συμβάλει ηγεμονικά στον ‘εκπολιτισμό’ του μουσουλμανικού κόσμου, στην πολιτική και πολιτισμική μεταρρύθμισή του»[6].
Όσο για τον εκδημοκρατισμό, αυτός μέσα στο 2012 υποβαθμίζεται στα γραπτά της Σ.Α. σε αυταρχισμό, σ’ ένα πρωτοφανές ξεχείλωμα των πολιτικών εννοιών: «Ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός, όπως αυτός του ΑΚΠ, στον οποίο απαραιτήτως εμπεριέχεται και ο παραδοσιακός, σκληρός εθνικισμός, είναι εκ των πραγμάτων φορέας, εσωτερικού καταρχάς, αυταρχισμού, έστω και μέσα από δημοκρατικά σχήματα (υπογράμμιση δική μου). Στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό λοιπόν, όπου η πολιτική αντιμετωπίζεται με αυτοκρατορικούς όρους, ο λαός ορίζεται ως νεο-μιλέτ (κοινότητα με εθνοθρησκευτικές, πολιτισμικές ιδιαιτερότητες), που η επιβίωσή του –πολιτική, πολιτισμική, οικονομική– εξαρτάται από τον βαθμό υπακοής και υποταγής»[7].
Σε μια πιο νεώτερη εκδοχή, βλέπουμε τις δύο θέσεις να συνυπάρχουν στο ίδιο κείμενο: «Το κόμμα του Ερντογάν λοιπόν αποδέσμευσε μια δημοκρατική, χειραφετητική δυναμική στην κοινωνία, και μάλιστα σε μια στιγμή που η Ε.Ε. προέκρινε, για διάφορους λόγους, στον διάλογό της με την Τουρκία, τη δημοκρατία και όχι το δόγμα του εκδυτικισμένου ισχυρού συνεταίρου στην περιοχή. […]
Η σύγκρουση με το «παράλληλο σύμπαν» που έχει φτιάξει μέσα στο κράτος ο Φετουλάχ Γκιουλέν θα μπορούσε να σημάνει βαθύ εκδημοκρατισμό. Αρκεί ωστόσο να παρακολουθήσουμε τους όρους με τους οποίους διεξάγει τη σύγκρουση ο Ερντογάν, για να καταλάβουμε ότι την αντιμετωπίζει ως διαμάχη φατριών, ως μάχη εναντίον των «προδοτών της κοινότητας». Ενσωματώνει στον λόγο του ταυτοχρόνως και τα δύο οράματα: και του στρατού και του πολιτικού Ισλάμ. Δεν επικαλείται λοιπόν τη δημοκρατία και τους δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά την οθωμανική περίοδο του Φετρέτ (πόλεμος μεταξύ των διαδόχων του σουλτάνου Βαγιαζήτ Ι, 1402-1413), που έληξε με τη νίκη του μιλλέτ (της εθνοθρησκευτικής κοινότητας), ενώ οικειοποιείται τη γλώσσα του στρατού περί «εθνικών προδοτών»[8].

Αξίζει να φανταστούμε σε ποια δεινή θέση θα βρισκόταν ένα ενδεχόμενο Ανανικό Κυπριακό κράτος –και κυρίως, η «ελληνοκυπριακή κοινότητα» (sic!) εντός του. Τι θέση θα μπορούσε να πάρει για την Συρία, για παράδειγμα με δοσμένο το δυσλειτουργικότατο θεσμικό οικοδόμημά του και ένα πατερναλιστικό κράτος να αξιώνει την ευθυγράμμισή του στην ‘κοινότητα συμφερόντων’ που επιθυμεί να επιβάλει στην ευρύτερη περιοχή. Ή πάλι, πως θα επηρεάζονταν οι ‘διακοινοτικές σχέσεις’ από την αυταρχικότητα της τουρκικής κυβέρνησης και την διάθεσή της να επιβάλλει μια συγκεκριμένη ταυτότητα σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς εντός και εκτός των συνόρων του. Όσο για το αν η Τουρκική κυβέρνηση θα σεβόταν την αυτονομία (εδώ γελάμε) της ‘τουρκοκυπριακής κοινότητας’ αρκεί και μόνο να αναλογιστούμε την συμπεριφορά της πάνω στην Μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, η οποία κατά τις συνθήκες δεν είναι καν «τουρκική», για να απαντήσουμε και σε αυτό το ερώτημα. Για να μην αναφερθούμε στο γεγονός ότι το τουρκικό κράτος, χρησιμοποιώντας στην προκειμένη περίπτωση και το μακρύ χέρι του Φεττουλάχ Γκιουλέν, συμπεριφέρεται πατερναλιστικά έναντι κάθε μουσουλμανικής μειονότητας στην Βαλκανική αποσκοπώντας να τις μεταβάλει σε στρατηγικό του παίγνιο.
Ένα άλλο ερώτημα που προκύπτει είναι πως θα αξιολογούσαμε την συμβολή της Σ.Α., με βάσει αυτά που υποστηρίζει για την γειτονική χώρα, στην «ομάδα έρευνας» του κυπριακού υπουργείου εξωτερικών κατά την κρίσιμη περίοδο της διακυβέρνησης Κληρίδη (2000-2003). Άραγε, ρόλος μιας συμβουλευτικής ομάδας είναι να ενημερώνει τον Υπουργό Εξωτερικών γι’ αυτά που συμβαίνουν ή γι’ αυτά που νομίζει ότι συμβαίνουν;
Και σε οποιαδήποτε περίπτωση, τι συμβαίνει αν αυτά που νομίζει ότι συμβαίνουν τυχαίνουν να ταυτίζονται με την εικόνα που προσπαθεί να κατασκευάσει το ίδιο το γειτονικό κράτος για τον εαυτό του;
Κι επίσης, πως μετά από όλα αυτά επανέρχεται το 2014 στην ίδια ρητορική των «τελευταίων ευκαιριών» για να πείσει την αριστερά πλέον αξιωματική αντιπολίτευση στην Ελλάδα προκειμένου να συγκατανεύσει στην αξίωση του νέου παράγοντα να επαναφέρει ένα σχέδιο αλά Ανάν παρακάμπτοντας την βούληση του ίδιου του λαού της κυπριακής δημοκρατίας; Στον χώρο της «ακαδημαϊκής αριστεράς» όπου υποτίθεται θάλλει η «κριτική σκέψη» δεν υπάρχει χώρος για mea coulpa, ούτε καν για «αναδραστικό αναστοχασμό» (feedback)[9].
Και, τέλος, πως αν όλα αυτά ισχύουν κάποιος υπερασπίζεται τόσο σθεναρά για την λειτουργικότητα και την αναγκαιότητα μιας τέτοιας συμφωνίας, για λογαριασμό της «αριστεράς» μάλιστα (!);
Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ακραία εργαλειοποίηση του όρου «αριστερά», που λειτουργεί ως μεταφυσικό τρυκ για να δικαιολογήσει εν τέλει τα αδικαιολόγητα. Και το ίδιο συμβαίνει με την επίκληση μιας αφηρημένης «ταξικότητας», η οποία μάλιστα χρησιμοποιείται ενάντια σε όσους επιμένουν να υποστηρίζουν ότι η επιμονή του «διεθνούς παράγοντα» να επιβάλει κάποιο σχέδιο λύσης για την Κύπρο λειτουργεί στο πλαίσιο μιας νέο-αποικιακής συνδιαλλαγής μεταξύ της Δύσης και μιας Τουρκίας που αξιώνει κατά τα λεγόμενα της ίδιας ηγεμονικό σχέδιο –μάλιστα «νεοφιλελεύθερο» και «αυταρχικό»– στην ευρύτερη περιοχή.
Ποια «ταξικότητα» αντέχει όμως την συνεργασία της με την κυβέρνηση του ΔΗΣΥ, και τον Υπουργό, Γιάννη Κασουλίδη[10] –ο οποίος σήμερα προφανώς είναι αντίπαλος ως «μνημονιακός»;
Ποια στοιχειώδης ανάλυση της «ταξικότητας» επιβάλει την συμμετοχή σε εκδόσεις μη-κυβερνητικών οργανώσεων όπως το CDRSEE[11], που χρηματοδοτείται απ’ όλες τις πρεσβείες των κρατών που αξιώνουν νεο-αποικιακό ρόλο στη Δύση, και αρκετές πολυεθνικές επιχειρήσεις; Θα υπενθυμίσουμε στην Σία Αναγνωστοπούλου αυτό που έγραφε η ίδια: «ο ιμπεριαλισμός αντικατοπτρίζει πραγματικούς συσχετισμούς της ταξικής πάλης»[12]. Τι δουλειά, λοιπόν, έχει με μια ΜΚΟ, στην οποία προεδρεύει ο εφοπλιστής Κώστας Καρράς, και χρηματοδοτείται από επιχειρήσεις όπως το Regency Casino και η 3Ε;
Ποια «ταξικότητα» ορίζει την λυσσαλέα υπεράσπιση της διακυβέρνησης του ΑΚΕΛ και του Χριστόφια, εκείνης της κυβέρνησης που διέπραξε το έγκλημα στο Μαρί, και ανέδειξε ως προνομιακό συνομιλητή τον… Βγενόπουλο ανοίγοντας την πόρτα της κυπριακής οικονομίας στα γνωστά του παιχνίδια, που συνέβαλαν καθοριστικά στην καταστροφή της; Αντί για μια οποιαδήποτε στοιχειώδη ανάλυση έχουμε τον απίστευτο αφορισμό, «Όλη η μάχη κατά του ΑΚΕΛ και του Χριστόφια στήθηκε, από την πλευρά των κατ’ επάγγελμα εθνικιστών, πάνω στο άθλιο δεξιό και εθνικιστικό επιχείρημα ότι η Αριστερά είναι ανίκανη να κυβερνήσει, είναι ανίκανη να αναλάβει τα ‘σπουδαία’»[13] που έγραψε στο πλαίσιο μιας πολεμικής της εναντίον του Γιάννη Αϋφαντή επειδή ‘τόλμησε’ να αμφισβητήσει τις προθέσεις του… ΟΗΕ, την διακυβέρνηση Χριστόφια, και βέβαια το περιεχόμενο του νέου Σχεδίου.
Η απάντηση σε όλα αυτά; Προφανώς καμία; Εξ άλλου όπως αποδεικνύεται συστηματικά κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, και αυτό συνέβη λόγω παγκοσμιοποίησης, ο ταξικός παράγοντας διαπλέκεται στενά με τις δι-εθνικές γεωπολιτικές σχέσεις, στο πλαίσιο των οποίων ξεδιπλώνονται νέο-αποικιακά σχέδια και ηγεμονισμοί. Και τότε πως ‘αποκωδικοποιείται’ το «ταξικό» για την Σία Αναγνωστοπούλου; Προφανώς «ταξικό» είναι ό,τι είναι «ανανικό» — δηλαδή ότι συμβάλει στην προώθηση των διεθνών σχεδιασμών για το μέλλον της Κύπρου.
Αντιλαμβάνεται κανείς το τι έχει να γίνει αν στο πλαίσιο κάποιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η Σια Αναγνωστοπούλου λάβει κάποια θέση με ευρύτερες αρμοδιότητες από εκείνην που είχε ως «υπεύθυνη της συμβουλευτικής ομάδας του υπουργείου εξωτερικών» κατά την τριετία 2000-2003 της Προεδρίας Γλαύκου Κληρίδη…
[1] Σία Αναγνωστοπούλου, Χρήστος Καραγιαννίδης, Αδάμος Ζαχαριάδης, «Ας δώσουμε στην ελπίδα την τελευταία της ευκαιρία», ηλεκτρονική επιθεώρηση Red Notebook, 11/02/2014.
[2] Σία Αναγνωστοπούλου – Γιάννης Παπαδόπουλος, «Κυπριακό: Ο ορθός λόγος είναι αντεθνικός (φιλοτουρκικός) και ιμπεριαλιστικός;», Η Αυγή, 04/04/2004.
[3] Πηγή: «http://polhist.panteion.gr/keni/index.php/el/people/41-people/cvs/35-anagnostopoulougr». Προσπελάστηκε 29/08/2014
[4] Είναι πλέον γνωστό ότι ο Ερντογάν και το AKP, εκμεταλλεύτηκε την ‘δημοκρατική προσαρμογή’ της Τουρκίας στο πλαίσιο της ενταξιακής της πορείας στην Ε.Ε. στο πλαίσιο μιας φατριαστικής διαμάχης με τους Κεμαλιστές, που ως στόχο είχε την υποκατάσταση της κεμαλικής εξουσίας με μια νέα, νέο-οθωμανικής κοπής, εξίσου αυταρχικής. Περισσότερα, βλέπε Σταύρος Λυγερός – Κώστας Μελάς, Μετά τον Ερντογάν τι; : Η ρεβάνς του πολιτικού ισλάμ: ΑΟΖ, Κύπρος και διενέξεις στη Μεσόγειο: Το καρκίνωμα του κουρδικού: Ακτινογραφώντας την τουρκική οικονομία, Καστανιώτης, Αθήνα 2013.
[5] Τάκης Καμπύλης, «Η Τουρκική εθνική ταυτότητα», Καθημερινή, 31/01/2010.
[6] Σία Αναγνωστοπούλου, «Ένα παράδειγμα νεοφιλελεύθερου εθνικισμού: η Τουρκία του Ερντογάν»,Ενθέματα της Αυγής, 21 Οκτωβρίου 2012.
[7] Ό.π.
[8] Σία Αναγνωστοπούλου, «Τουρκία: Στον αστερισμό της σύγκρουσης Ερντογάν-Γκιουλέν», Ενθέματα της Αυγής, 2 Φεβρουαρίου 2014.
[9] Ο Μάο Τσε Τουνγκ, συνήθιζε κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1950, να λέει για την «δεξιά» και τους αστούς που αναγκάστηκαν να καμουφλαριστούν στις νέες επαναστατικές συνθήκες και «σηκώνουν τις σημαίες της επανάστασης για να καταπολεμήσουν την ίδια την επανάσταση». Στο ίδιο μήκος κύματος, οι διανοούμενοι της ακαδημαϊκής αριστεράς μετατοπίζονται σταδιακά από τις εκ των ουκ άνευ θέσεις που διατηρούσαν κατά την περίοδο του εκσυγχρονισμού και της παγκοσμιοποίησης, τόσο, όσο χρειάζεται για να συνεχίζουν να υποστηρίζουν τις ίδιες πολιτικές επιλογές. Έτσι, αυτό που μέχρι το 2008 ήταν απόδειξη κατηγορίας «επί εθνικισμώ», δηλαδή ότι ο Ερντογάν είναι ένας κεκαλυμμένος φασίστας και επεκτατιστής, σήμερα υιοθετείται από την ίδια την Σ.Α. ως «κοινός τόπος». Κατά τα άλλα όμως, τόσο το σχέδιο Ανάν όσο και το σχέδιο που θα προκύψει στη βάση του κοινού ανακοινωθέντος είναι «τελευταία ευκαιρία».
[10] Είναι απίστευτο το άρθρο που δημοσιεύει η Σία Αναγνωστοπούλου στην εφημερίδα Εποχή μάλιστα, όπου εξυμνεί την «τελευταία περίοδο»(sic!) της τελευταίας προεδρίας Κληρίδη, στην οποία συμμετείχε ως σύμβουλος στο υπουργείο εξωτερικών. Ενώ μέχρι το 1998 ο Κληρίδης ορίζεται ως «εθνικιστής», που κεφαλαιοποιεί στο ΔΗΣΥ του όλη την κληρονομιά των αντιμακαριακών, ξαφνικά μεταμορφώνεται σε «υπεύθυνο ηγέτη» (!) που θέτει τις βάσεις για την επίτευξη μιας κοινά αποδεκτής λύσης στην βάση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (δηλ. το Σχέδιο Ανάν). Και όλα αυτά στην αριστερή Εποχή! Βλέπε, Σία Αναγνωστοπούλου, «Γλαύκος Κληρίδης 1919-2013, Ο ιδρυτής της Κυπριακής Δεξιάς», Εποχή, 24/11/2013.
[11] Sia Anagnostopoulou, «‘Tyrrany’ and ‘Depotism’ as National and Historical Terms in Greek
Historiography» στο Christina Coulouri (ed.), Clio in the Balkans: The Politics of History Education, CDRSEE, Θεσσαλονίκη 2002.
[12] Σία Αναγνωστοπούλου – Αδάμος Ζαχαριάδης, «Λίγα λόγια για την Κύπρο και την Αριστερά», Εποχή, 26/05/2013.
[13] Σία Αναγνωστοπούλου, «Περί Κυπριακών και άλλων τινών», Δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική επιθεώρηση RedNotebook, 28/03/2014.



Ευρώπη, Ευρώ, Δραχμή και η …εθνική μας δύση
του Γιώργου Ρακκά
Η συζήτηση περί εθνικού νομίσματος, έτσι όπως ξεκίνησε πριν από πέντε χρόνια και συνεχίζεται με ένταση ακόμα και σήμερα –ορθώς ο Δημήτρης Μάρτος συσχετίζει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος με αναζωπύρωση του αιτήματος για έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη– καταγράφει μια τεράστια έλλειψη στην συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας.
 Αντανακλά το γεγονός ότι ως κοινωνία, από το 1989 κι έπειτα, αδιαφορήσαμε παντελώς για τα γεω-οικονομικά δεδομένα της χώρας μας –εγκαταλείψαμε την πορεία της ελληνικής οικονομίας στην τύχη της, παρασυρόμενοι από την πλειοψηφία των πολιτικών και οικονομικών ελίτ σ’ ένα κρεσέντο ευρωλιγουρισμού-παρασιτισμού.
Και θυμηθήκαμε ως κοινωνία ξαφνικά, ότι «μπορεί εν τέλει να μην είμαστε Δυτική Ευρώπη», όταν αυτή μας είχε βάλει ήδη στον… πάγκο του χασάπη και αξίωνε να κόψει «σάρκα αντίστοιχου βάρους με το χρυσό που χρωστάμε» –για να θυμηθούμε και τον Σάιλοκ.
Ξεκίνησε τότε, μια συζήτηση περί εθνικού νομίσματος εν πολλοίς πανζουρλισμένη, συνοδευόμενη από ένα melting pot επιχειρημάτων –τα οποία επικαλούνται παραδείγματα και περιπτώσεις που καταργούν τον.. χωροχρόνο! Τι έκανε η Ελλάδα το 1897, και τι έκανε το 1934, πως αντέδρασε η Αργεντινή το 2001, η μεγάλη δημοκρατική επανάσταση της… Ισλανδίας, εξιστορήσεις διανθισμένες από επισημάνσεις για την χαμένη πολυκεντρικότητα της εξωτερικής μας πολιτικής, για τις δυνατότητες της παραγωγικής ανασυγκρότησης στο πλαίσιο ενός νέου νομίσματος, και εκτιμήσεις για τον τεράστιο ορυκτό πλούτο της χώρας που θα μπορούσε εν δυνάμει να την μεταβάλει σε «Βενεζουέλα της Μεσογείου».
Δυστυχώς, αυτή η φιλολογία της δραχμής δεν σημαίνει τίποτα πλέον, γιατί ακριβώς έχει αγνοήσει εντελώςό,τι μεσολάβησε αυτά τα τριάντα «χαμένα» για την εθνική οξυδέρκειά μας χρόνια, στον τόπο μας και την διεθνή σκηνή.
Κατ’ αρχάς είναι εύκολο να προσπεράσουμε την επίκληση των ιστορικών παραδειγμάτων, καθώς και τις αναφορές στα ξένα παραδείγματα.
Σε ό,τι αφορά στην Αργεντινή, ή την… Ισλανδία, αρκεί να πούμε ότι προφανώς, αν η Ελλάδα δεν είναι μία φορά Δυτική Ευρώπηδεν είναι δέκα φορές στον Ατλαντικό ή την Λατινική Αμερική. Δεν γειτονεύει με τους… βακαλάους, όπως κάνει η συμπαθής και τυχερή Ισλανδία, ούτε ανήκει σε μια ήπειρο που διανύει στιγμές ιστορικής δημιουργικότητας και προχωράει μέσα από τεθλασμένες γραμμές –για πρώτη φορά στην νεώτερη ιστορία της– σε διαδικασίες περιφερειακής χειραφέτησης από την Βορειο-Αμερικάνικη/Δυτικοευρωπαϊκή ηγεμονία.
Μακάρι να ήταν τα Βαλκάνια, στην ίδια θέση – αλλά για την αποτροπή αυτήν της εξέλιξης φρόντισαν οι δυτικοί αποικιοκράτες σε μια παράδοξη συνέργεια, έστω και… συγκρουσιακή στην περίπτωση του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, με τις βαλκανικές άρχουσες τάξεις (και τις δικές μας) που έδωσαν ρεσιτάλ ιστορικής ηλιθιότητας κατά την δεκαετία του 1990.
Δεύτερον. Σε σχέση με την Ελλάδα του 1897 ή… του 1934. Αρκεί να πούμε ότι το κοινωνικό/οικονομικό κόστος του χρεοστασίου, μπορεί να ήταν υπαρκτό και να μας ταλαιπώρησε για δεκαετίες, ωστόσο απορροφήθηκε από την ελληνική κοινωνία, γιατί αυτή ήταν ριζικά διαφορετική από την σημερινή.
Μόνο αυτό να πούμε, αρκεί: Η πλειοψηφία του ελληνικού λαού ζούσε στην περιφέρεια, τότε, και αποτελούνταν από αγροτικά/κτηνοτροφικά νοικοκυριά με πλείστες όσες δυνατότητες αυτοκατανάλωσης, άρα διευρυμένο βαθμό αυτονομίας έναντι της εθνικής οικονομίας. Ούτε τα πολυπλόκαμα δίκτυα εξάρτησης που συνεπάγονται από την παρούσα μορφή οργάνωσης της κοινωνίας, τον βαθμό της αστικοποίησης, της εκμηχάνισης, ακόμα και της διεθνοποίησης της Ελλάδας.
Ας πάμε, όμως, τώρα στις σοβαρότερες αιτιάσεις της συζήτησης περί δραχμής. Την οικονομική και την γεωπολιτική.
Στην πρώτη έχει επικρατήσει, εντελώς αστόχαστα, η εξίσωση δραχμή = παραγωγική ανασυγκρότηση. Μια παραδοχή η οποία αγνοεί εντελώς (η μαύρη τρύπα που λέγαμε) την πορεία της ελληνικής βιομηχανίας κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες της δραχμής. Κυρίως, το γεγονός ότι η αποβιομηχάνισή της δεν άρχισε το 2001, αλλά είχε σχεδόν ολοκληρωθεί ήδη.
Η αποβιομηχάνιση στην Ελλάδα, ξεκινάει κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970, και η βασική αιτία της –έτσι όπως έχει εξηγηθεί πολλάκις από τους οικονομολόγους της εποχής, και έχει αναλυθεί εξαντλητικά από τον Γιώργο Καραμπελιά στο Κράτος και Κοινωνία στην Μεταπολίτευση[1]– έχει να κάνει με τον σπεκουλαδόρικο και ευκαιριατζίδικο χαρακτήρα των βιομηχανικών επενδύσεων του ελληνικού κεφαλαίου.
Το οποίο προσανατολίστηκε προς την βιομηχανία μόλις στις αρχές του 1960, όταν η έκρηξη της οικοδομής είχε ήδη δημιουργήσει έναν τεράστιο κύκλο ζήτησης οικοδομικών/οικοδομήσιμων υλικών, και οι πολιτικές συνθήκες της εποχής είχαν δημιουργήσει ένα τεράστιο απόθεμα πάμφθηνης εργατικής δύναμης: Η ελληνική βιομηχανία στηρίχθηκε εν πολλοίς σε δύο αρετές του ελληνικού προλεταριάτου. Πρώτον, στην εργατικότηταανθρώπων εν πολλοίς καταδιωγμένων από το μετεμφυλιακό κράτος. Δεύτερον, στην επινοητικότητα των εξειδικευμένων εργατών/μαστόρων, την «γενική τους νόηση» την οποία το ελληνικό κεφάλαιο χρησιμοποιούσε συστηματικά για να ‘καλύψει’ το τεράστιο κενό της τεχνολογικής υστέρησης που δημιουργούσε η ανυπαρξία επενδύσεων σε μηχανές[2].
Ήταν απολύτως φυσιολογικό, επομένως, μόλις η πολιτική πίεση του εργατικού κινήματος ανέβασε τους μισθούς, και με δοσμένη την έκρηξη του ανταγωνισμού που προκάλεσε η ανάδυση των Νέων Βιομηχανικών Χωρών από τα τέλη του 1970 και ύστερα, οι βιομήχανοι να φορτώσουν τις επιχειρήσεις τους στην τελευταία κυβέρνηση της ΝΔ, και στην πρώτη του ΠΑΣΟΚ ως «προβληματικές». Από τότε ξεκινάει το ξήλωμα της ελληνικής βιομηχανίας, που έπεσε θύμα της αρχόμενης διεθνοποίησης της παραγωγής, αλλά και του δικού της ευκαιριατζίδικου χαρακτήρα.
Το ευρώ εδραίωσε απλώς αυτές τις διαδικασίες. Δεν τις πραγματοποίησε. Και θα συνεχίζουν να ισχύουν, ανεξαρτήτως νομίσματος, εάν δεν υπάρξει δραστική μεταβολή στον τρόπο οργάνωσης των μεταποιητικών επιχειρήσεων. Εκτός αν, βέβαια, υποστηρίζουμε μια άμεση μετάβαση στο εθνικό νόμισμα ως μέσο μιας αστραπιαίας υποτίμησης της ανθρώπινης εργασίας στην χώρα μας, κατά 50%-60%, ώστε να καταστεί ειδική οικονομική ζώνη συναρμολόγησης των ευρωπαϊκών προϊόντων. Γιατί αυτή είναι η μόνη άμεση, εφικτή προοπτική της παραγωγικής ανασυγκρότησης μέσω του περάσματος στη δραχμή. Και δεν νομίζω να είναι αυτό που εννοούν αυτοί που την ευαγγελίζονται.
Δεύτερον. Ποιος είναι ο βαθμός της εξάρτησής μας από τον παρασιτισμό και πως θα επιδράσει πάνω του ένα άμεσο πέρασμα στην δραχμή. Έχουμε μια οικονομία στην οποία η συνολική κατανάλωση (ιδιωτική+δημόσια) αγγίζει το 91% του ΑΕΠ[3], με την ιδιωτική να αντιστοιχεί στο 70%[4]. Επίσης, ακόμα και το 2014 εισάγαμε προϊόντα αξίας 50 δισ.€., και εξάγαμε σχεδόν τα μισά (28 δισ.€). Μπορούμε να δούμε πως θα επιδράσει ένα άμεσο πέρασμα στο εθνικό νόμισμα πάνω σε αυτούς τους δείκτες, οι οποίοι μας επιτρέπουν να αναπνεύσουμε ακόμα έστω και στον βούρκο της διεθνής επιστασίας και του παρασιτισμού: Ραγδαία πτώση της κατανάλωσης, δημόσιας και ιδιωτικής, που θα συρρικνώσει δραστικά το ΑΕΠ. Ραγδαία πτώση των εισαγωγών, λόγω πτώσης της κατανάλωσης, ωστόσο η αξία τους θα πολλαπλασιαστεί λόγω της σταδιακής υποτίμησης του νέου νομίσματος. Σε πρώτο χρόνο, πτώση και στις εξαγωγές, γιατί η ελληνική παραγωγή στηρίζεται αποφασιστικά στην εισαγωγή καυσίμων, πρώτων υλών, λιπασμάτων κ.ο.κ. Με λίγα λόγια… οικονομική σύντηξη. Που θα «σκοτώσει» βέβαια το καρκίνωμα του παρασιτισμού, μέσω της χειρότερης όμως…  χημειοθεραπείας η οποία θα απειλήσει τα ζωτικά οικονομικά όργανα της χώρας.
Αξίζει να αναφερθούμε λίγο και στο πεδίο της δημόσιας κατανάλωσης. Γιατί ένα πολύ μεγάλο μέρος των απαραίτητων λειτουργιών που σήμερα εκτελεί το ελληνικό κράτος –από τα… νηπιαγωγεία, την συντήρηση των σχολείων, μέχρι το «βοήθεια στο σπίτι», τα έργα της τοπικής αυτοδιοίκησης, τα δημόσια έργα κ.ο.κ. πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της αξιοποίησης των ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
Που θα τα βρούμε αυτά αν συγκρουστούμε με την ευρωζώνη; Θα αυξήσουμε κι άλλο τους… φόρους για να ισοσταθμίσουμε τις απώλειες; Θα περιμένουμε την ελληνική παραγωγή να αναστηθεί από το σοκ της εξόδου, ώστε να αρχίσει να αποδίδει; Ή θα αποδεχθούμε το σχέδιο του Σόιμπλε για να βγούμε εκτός ευρώ δίχως να χάσουμε τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις –πράγμα που σημαίνει ότι θα καταλήξουμε να έχουμε και μνημόνιο και δραχμή;
Και ποιο θα είναι ακριβώς το πολιτικό καθεστώς που θα αναλάβει να συγκρατήσει την ελληνική κοινωνία εν μέσω αυτής της οικονομικής σύντηξης που θα επιφέρει ραγδαία πτώση του βιοτικού της επιπέδου; Το 2008 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας άγγιζε τα 31.000$. Σήμερα είναι περίπου 21.000$ –και η κοινωνική συνοχή έχει διαρραγεί αποφασιστικά. Τι θα συμβεί όταν αυτό συμπιεστεί περαιτέρω για να φτάσει κοντά στο ΑΕΠ των υπολοίπων χωρών της Βαλκανικής [της Σερβίας είναι σήμερα 6.000$}; Είναι πασιφανές πως μόνο μια δικτατορία μπορεί να συγκρατήσει την γενική κοινωνική διάλυση. Και προφανώς, επειδή θα είναι δικτατορία καταστολής της γενικής κοινωνικής αναταραχής λόγω της δραστικής υποτίμησης των οικονομικών δεικτών, δεν μπορεί να είναι «του προλεταριάτου» όπως ονειρεύονται οι Λαφαζάνης-Λαπαβίτσας-Λεουτσάκος.
Και βέβαια θα είναι εθνικά και κοινωνικά αυτοκτονική. Ας υποδείξει κάποιος ΜΙΑ (1) χώρα με τα δικά μας αντικειμενικά δεδομένα, που επιλέγει το δρόμο της διεθνούς απομόνωσης ως λύση αντίστασης απέναντι στην Παγκοσμιοποίηση. Ίσως, η… Σομαλία.
Η Σερβία και το Ιράκ αποκλείονται όχι μόνο εκ του αποτελέσματος. Η πρώτη είχε κατά 80% οικονομική αυτάρκεια όταν επέλεξε αυτό το δρόμο, μη καταφέρνοντας παρ’ όλα αυτά να αποφύγει τον εθνικό της ακρωτηριασμό. Και το δεύτερο είχε ένα σκασμό πετρέλαια, που πάλι δεν απέτρεψαν την διάλυση της χώρας. Κοινώς, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η επιλογή του απομονωτισμού δεν διαφυλάσσει την βιωσιμότητα ενός έθνους –ούτε εγγυάται την ευημερία της κοινωνίας του. Μάλλον, το αντίθετο.
Εδώ ακριβώς, υπεισέρχεται η επίκληση του γεωπολιτικού παράγοντα: Όλα τούτα «δεν θα γίνουν», γιατί η χώρα έχει να πουλήσει «γεωπολιτικό οικόπεδο» στις μη-δυτικές χώρες, ώστε αυτές να χρηματοδοτήσουν την ανασυγκρότηση της χώρας στην δραχμή. Κατ’ αρχάς, οι Ρωσία και Κίνα μας θέλουν ως γέφυρα προς την Δύση. Δίχως τον δίαυλο με αυτήν, η γεωπολιτική μας αξία εκμηδενίζεται για την Ρωσία και την Κίνα. Οι δε Αμερικάνοι και Γερμανοί, έχουν επιλέξει ποιος θα είναι τοποτηρητής και κύριος συνεργάτης τους στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων: Την Τουρκία. Αν, επομένως, περάσουμε από την Ευρωζώνη στο σύστημα των Βαλκανίων ξέρουμε πολύ καλά σε ποιανού την αγκαλιά θα πέσουμε: Της Τουρκίας. Οι κυβερνώντες της οποίας, εξ άλλου, έχουν ήδη δηλώσει ότι δέχονται να αναλάβουν μέρος του ελληνικού κόστους υπό τον όρο να μεταβάλουν το Αιγαίο σε ελληνοτουρκική λίμνη (και την Βόρειο Ελλάδα σε παρακολούθημα της Κωνσταντινούπολης –όπως ήδη συμβαίνει μέσω της πολιτικής Μπουτάρη στην Θεσσαλονίκη κ.ο.κ.
Θέλει κανείς να μπούμε στο δίλημμα Σόιμπλε ή… Νταβούτογλου; Γιατί η προοπτική της δραχμής, που οδηγεί μαθηματικά στις αγκάλες των Νεο-οθωμανών, να παίζει σήμερα ρόλο «συμβόλου» του αντι-ιμπεριαλιστικού μας αγώνα;   Του αγώνα κάποιων ‘ανθενωτικών’ που ετοιμάζονται να επιλέξουν ξανά το «τουρκικό σαρίκι από την λατινική τιάρα», ίσως. Θα πρέπει, όμως, να αναλογιστούμε τι αντιπροσώπευε ο ελληνισμός πριν περάσει υπό Οθωμανική Κυριαρχία και το πώς βγήκε από τον αγώνα ενάντιά της, το 1922 για να εντάξουμε αυτήν την επιλογή στον άξονα «καλύτερο-χειρότερο».
Με μια πολύ σημαντική διαφορά: Τότε, οι Οθωμανοί κατακτητές δεν διατηρούσαν το συντριπτικό δημογραφικό και οικονομικό πλεονέκτημα έναντι του ελληνισμού. Γι’ αυτό και καταφέραμε να αναγεννηθούμε στα «κενά» της οθωμανικής ισχύος, κενά του χώρου (απομακρυσμένες κοινότητες) ή κενά στην οικονομική δραστηριότητα (για παράδειγμα το εμπόριο, όπου διαγκωνιζόμασταν με το εβραϊκό και το αρμένικο στοιχείο ή η μανιφακτούρα).
Τώρα, που η σχέση των πληθυσμών Τουρκίας-Ελλάδας είναι 7:1 (το 1453 ήταν περίπου 0,7:1). Τώρα που η Τουρκία παίζει ρόλο περιφερειακού ηγεμόνα του σουνίτικου Ισλάμ, και ο ορίζοντας της δραστηριότητας του τουρκικού κεφαλαίου υπερβαίνει κατά πολύ εκείνον του ελληνικού τι θα κάνουμε; Υπάρχει χώρος για τον Ορθόδοξο Βαλκάνιο Κατακτητή Έμπορο του Στογιάνοβιτς στον 21ο αιώνα; Ή μήπως θα ζήσουμε ως απόμαχοι Έλληνες συνταξιούχοι της νέας τουρκικής ηγεμονίας; Ή θα καταστούμε ένα «μετα-έθνος» κατακερματισμένης διασποράς, όπου θα έχουμε τόση σχέση με την ιστορική μας πραγματικότητα, όση έχει η διεθνοποιημένη Ολυμπιακή Ιδέα με τους Αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες;
Υπάρχει σήμερα ο γεωπολιτικός χώρος στον οποίο κινήθηκαν οι Έλληνες τον 19ο ή ακόμα και τον 20ο αιώνα; Υπάρχουν άραγε και οι Έλληνες εκείνης της εποχής;
Ας σοβαρευτούμε: Έτσι όπως το δίλημμα που αντιμετώπισε το 1941 ο ελληνικός λαός δεν ήταν το «Χίτλερ ή Κεμάλ», αλλά εκείνο της υποταγής ή του ανταρτοπολέμου. Έτσι και τώρα το δίλημμα της αντίστασης ενάντια στους δυτικούς αποικιοκράτες δεν μπορεί να είναι το «δραχμή ή ευρώ».
ΚΥΡΙΩΣ για γεωπολιτικούς λόγους: Οι οικονομικές συντήξεις, η ανθρώπινη εξαθλίωση, η άμεση βαλκανοποίηση της Ελλάδας είναι εξελίξεις κατάμαυρες αλλά σε τελευταία ανάλυση αναστρέψιμες. Με δάκρυα και αίμα, με αγώνα και θυσίες, αλλά είναι αναστρέψιμες. Η δημογραφική και εδαφική σάρωσή μας από τον τεράστιο, επιθετικό όγκο που μας πιέζει εξ Ανατολών ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΣΤΡΕΨΙΜΗ. Εκτός αν θέλουμε η Νέα Πέραμος της Καβάλας να έχει την τύχη της Μικρασιατικής Περάμου. Και οι φίλοι Κύπριοι «Ενωτικοί», να κάνουν το όνειρό τους πράξη στην «Νέα Λευκωσία» Σπάτων.
Αποτελούν όλα τούτα επιχειρήματα μιας έστω και αναγκαστικής συνηγορίας και σύμπραξης με τον Ευρωλιγουρισμό; Σαφέστατα και όχι. Ο ευρωλιγουρισμός εξάντλησε όλη την ιστορική του ζωτικότητα στα τέλη του 2000. Μαζί με αυτόν, και ο παρασιτισμός. Η γεωπολιτική πραγματικότητα της χώρας μας, επιτάσσει να παραμείνουμε «παρά, υπό τη Δύση», για τακτικούς λόγους. Την ίδια στιγμή, λόγοι στρατηγικής μας επιτάσσουν να μεταβάλουμε ριζικά την εικόνα που είχαμε για την Δυτική Ευρώπη και την Ε.Ε. Προφανώς και είναι αποικιοκράτες, από το… 1204.
Και είναι πολύ «διδακτικά» τα βασανιστήρια του Σόιμπλε, καθώς η ελληνική κοινωνία χάνει κάθε αυταπάτη για το ποιόν των Τευτόνων –όπως πρέπει να χάσει κάθε αυταπάτη για το ποιόν των Αγλλοσαξώνων συνεργών στην δολοφονία της Κύπρου, ή των Ρώσων που πάντοτε μας πουλάνε για μια διευθέτηση στην Κεντρική Ευρώπη ή την Μαύρη Θάλασσα. Από Γιάλτες, άλλο τίποτα το «ξανθό γένος». Πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την σχέση μας με όλους αυτούς. Άμεσα: Να μποϋκοτάρουμε τα προϊόντα τους, να βρούμε «τρύπες» ανασυγκρότησης στο σχέδιό τους και να τις αξιοποιήσουμε, να εγκαθιδρύσουμε μια «δυαδική εξουσία» των κοινωνικών δυνάμεων ενάντια στο σκότος του μνημονίου. Να κάνουμε, δηλαδή,"αντάρτικο". Διαφορετικά ένα ΟΧΙ που εκφέρεται ως όχημα των κυριάρχων που την επόμενη μέρα το εξαργυρώνουν για να συνομολογήσουν το ΝΑΙ είναι η καλύτερη ευκαιρία για να θαφτούν για δεκαετίες τα μεγάλα ΟΧΙ που πρέπει να πει ο ελληνικός λαός τα επόμενα χρόνια. Όπως έγινε με τα ΟΧΙ των Σέρβων επί Μιλόσεβιτς, που οδήγησαν όχι μόνο στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας αλλά και στην μεταβολή των Σέρβων επί δεκαετίες σε πειθήνιους υπηκόους της νέας τάξης. Και ήδη το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος εξαργυρώθηκε ως ΝΑΙ στο νέο μνημόνιο και ΝΑΙ στο νέο σχέδιο Ανάν στην Κύπρο, με τη αγωνίστρια Σία.
Διότι, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως τον πόλεμο των μνημονίων τον έχουμε χάσει και δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σε αυτόν, όπως το 1922 χάσαμε οριστικά τη Σμύρνη
Όχι, λοιπόν, για να αποφύγουμε την Δύση, να συγκατανεύσουμε σ’ έναν αιώνα τελεσίδικης εθνικής δύσης. Το δίλημμα έχει τεθεί.
[1] Γιώργος Καραμπελιάς, Κράτος και Κοινωνία στην Μεταπολίτευση, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1989. Και επί της ευκαιρίας: Διάφοροι επίδοξοι ψευδοφιλόσοφοι της Βικιπεδίας, που αναλώνονται σε επίδειξη της κομπορρημοσύνης τους στο Facebook (το αγώγι κάνει τον αγωγιάτη), ξεχνούν ή δεν ξέρουν ότι ο χώρος του Άρδην και της Ρήξης, πέρασε όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 1970, και ιδιαίτερα μέχρι το 1977 στα εργοστάσια παλεύοντας μαζί με την εργατική τάξη για τον εκδημοκρατισμό και την αναβάθμιση της ανθρώπινης εργασίας, αλλά και την μεταβολή των εργατών σε κεντρικό υποκείμενο της ευρύτερης διαδικασίας εκδημοκρατισμού της ελληνικής κοινωνίας. Η άποψη, επομένως για την πορεία, την εξέλιξη και τις θανάσιμες αντιφάσεις της ελληνικής βιομηχανίας, διαμορφώθηκε μέσα στην διαδικασία της παραγωγής, και όχι βέβαια από κάποιον ανύπαρκτο τότε προσωπικό υπολογιστή. Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μη λες…
[2] Θυμάμαι τις εξιστορήσεις του παππού μου, υπομηχανικού σε διάφορες βιομηχανίες της Θεσσαλονίκης, ο οποίος ήταν περιζήτητος ακόμα και κατά την τελευταία δεκαετία του εργασιακού του βίου (1970-1980) καθώς ήταν από τους ελάχιστους μάστορες που γνώριζαν να επισκευάσουν και να βελτιώσουν τις…ατμομηχανές  του μεσοπολέμου που διατηρούσαν με περισσή τσιγγουνιά τα αφεντικά της Θεσσαλονικιώτικης βιομηχανίας. Την ίδια περίπου εποχή, τα Ιαπωνικά εργοστάσια εγκαινίαζαν μια κολοσσιαία αναδιάρθρωση του μοντέλου βιομηχανικής εργασίας –το γνωστό πέρασμα στον τογιοτισμό-μεταφορντισμό.
[3] Πηγή: http://data.worldbank.org/indicator/NE.CON.TETC.ZS.
[4] Κώστας Μελάς, «Οι προοπτικές για το ΑΕΠ το 2015», Αυγή, 13/03/2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου