Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

Μαρτυρία του Γιώργου Χατζόπουλου για το περιοδικό ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ

«Με την ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ ήρθα σε επαφή ως αναγνώστης του πρώτου φύλλου της τον Μάιο του 1956, όταν μου το προμήθευσε ο αδελφός μου Σωτήρης, που ήταν σπουδαστής στις τότε τεχνικές σχολές ΠΑΛΜΕΡ και γνώριζε τον πρώτο εκδότη της, τον Βασίλη Μαντέλη. Ως πρωτοετής της Νομικής, περί τα τέλη του ιδίου έτους, βρέθηκα σε προσωπική συνάφεια μαζί της, μέσω σχέσεων και κρυφών μηχανισμών, που συντόνιζαν την μαζική δραστηριότητα της νεολαίας, δηλ. μέσω της παράνομης ΕΠΟΝ. Το έτος 1957 άρχισα κάποια τακτική συνεργασία με το έντυπο. Από το έτος 1958 έως τον Δεκέμβριο του 1961 ανέλαβα διαδοχικά την ευθύνη του αρχισυντάκτη, του διευθυντή και πάλι του αρχισυντάκτη της. Αποχώρησα οριστικά τον Φεβρουάριο του 1962. Την περίοδο αυτή στενοί συνεργάτες μου, δηλαδή κανονικά μέλη της Συντακτικής Επιτροπής ήσαν αλληλοδιαδόχως οι: Στάθης Δαμιανάκος, Μάνθος Γκάνιος, Αντων. Βουγιούκας, Ανδρέας Λεντάκης (στο διάστημα1958-1960), και οι: ΄Αννα Τσιβάκου, Νίκος Θεάκος, Στέλιος Ράμφος, Γιώργος Βότσης, Γιάννης Καλεώδης, Στέλιος Παπανικολάου και Αγγελική Παπαθανασίου (στο διάστημα 1960-1961). Σταθερός συντάκτης με διευρυμένες αρμοδιότητες κι ευθύνες για το Πανεπιστήμιο της Θεσ/νίκης ήταν ο Αλέκος Γρίμπας.

Η χρονική περίοδος από το έτος 1955 μέχρι το 1960, δηλαδή λίγο μετά το παγερό μούδιασμα από τα τραύματα του φρικτού εμφυλίου πολέμου, υπήρξε πολύ δημιουργική στους χώρους των, λιγοστών άλλωστε τότε, πανεπιστημίων της χώρας. Παρά τις, αδιανόητες για τους σημερινούς, δυσκολίες, επιτελέστηκε έργο αξιοσημείωτο στον τομέα της οργάνωσης της συλλογικής ζωής της φοιτητικής νεολαίας και στην σταδιακή και σταθερή αλλαγή του όλου --έως τότε ζοφερού-- ηθικού και πολιτιστικού κλίματος στα πανεπιστήμια. Σας αναφέρω ενδεικτικά:
1.-Δημιουργία των δεκάδων φοιτητικών συλλόγων σε όλες τις πανεπιστημιακές και εξωπανεπιστημιακές σχολές και της Διοικούσας Επιτροπής Συλλόγων Παν/μίου Αθήνας (ΔΕΣΠΑ),
2.-Δημιουργία των τοπικών σπουδαστικών συλλόγων και της ομοσπονδίας τους (ΟΤΣΣΕ),
3.-Δημιουργία του δραστήριου Συλλόγου των Εργαζόμενων Σπουδαστών,
4.-Διεξαγωγή των πρώτων στην ιστορία (Α΄,1957 και Β΄,1959) Πανσπουδαστικών Συνεδρίων,
5.-Δημιουργία κινήσεων, συλλόγων και ποικίλων συνομαδώσεων (ΜΟΝ, ΛΟΦ, ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ κ. α.) με πολιτιστικές και καλλιτεχνικές επιδιώξεις και σημαντικές, για την εποχή, εκδηλώσεις μέσα στους φοιτητικούς και σε παρακείμενους δημόσιους χώρους.
6.-Παράλληλα οι φοιτητες πρωτοστάτησαν στην δημιουργία πολλών μορφωτικών, πολιτιστικών, εξωραϊστικών, εκδρομικών κι αθλητικών ακόμη συλλόγων στην περιφέρεια της πρωτεύουσας και παντού στην Ελλάδα, όπου ήταν δυνατή η υπερνίκηση των εμποδίων του αστυνομικού κράτους.
Η δημιουργικότητα αυτή προετοίμασε ουσιαστικά και τροφοδότησε ακολούθως την εκρηκτική αγωνιστική και πολιτιστική άνοιξη της δεκαετίας του εξήντα.

Μέσα στο κλίμα αυτό της αφύπνισης, το οποίο τονώθηκε ιδιαίτερα κι επιταχύνθηκε και από την έναρξη του κυπριακού απελευθερωτικού αγώνα (Απρίλιος 1955) και από την ένωση όλου του δημοκρατικού πολιτικού κόσμου της χώρας με τη σύμπηξη του μετώπου της «Δημοκρατικής Ένωσης» (Φεβρουάριος 1956) -- μείζονα γεγονότα που συντέλεσαν αποφασιστικά στην ηθική, εθνική, πολιτική και ψυχολογική απομόνωση των κληρονόμων της εμφύλιας τραγωδίας -- εμφανίστηκε και η ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ, με τη ρητή, προγραμματική φιλοδοξία να «γράψει το μανιφέστο της υπάρξεώς μας» (Κύριο άρθρο του πρώτου φύλλου της, 31-05-1956, με τον εύγλωττο τίτλο «Ξεκίνημα») , δηλαδή να δηλώσει την ύπαρξη, να διεκδικήσει τα δικαιώματα και να βοηθήσει την πορεία της νέας γενιάς και όλης της χώρας στη νέα, δύσκολη ιστορική περίοδο.

Η ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ δημιουργήθηκε (τον Μάιο του 1956) με την παρακίνηση και την ηθική κάλυψη στελεχών της παράνομης ΕΠΟΝ, αλλά όλα τα προβλήματα της (από τα οικονομικά έως τα ιδεολογικά) αντιμετωπίζονταν με ίδιες δυνάμεις, από ενεργούς φοιτητές και σπουδαστές των πανεπιστημίων και άλλων σχολών, δηλαδή από νέους με στενούς, ζωντανούς δεσμούς, πρώτα και κύρια, με τις πραγματικότητες της εποχής, παρά με τους μηχανισμούς και τις σκοπιμότητες του απόμακρου, άλλωστε, ΚΚΕ και της ΕΔΑ, -- κόμματα με τα οποία, κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της, είχε αμφίδρομες και, στην δημιουργική της περίοδο, ισότιμες σχέσεις.

Το σοκ της συντηρητικής πολιτικής “ελίτ” και των αδίστακτου κράτους, απότοκου του εμφυλίου, από τον απρόσμενο εκλογικό θρίαμβο της ΕΔΑ στις εκλογές την άνοιξη του 1958, είχε δύο συνέπειες: από τη μια ενεργοποίησε τους φανερούς και κρυφούς αμυντικούς μηχανισμούς του καθεστώτος που έχασε την νικηφόρα μακαριότητά του, και από την άλλη ενθάρρυνε τις αφελείς κοινοβουλευτικές και εν γένει λεγκαλιστικές αυταπάτες στην κορυφή των ταλαιπωρημένων και κουρασμένων ηγεσιών της ΕΔΑ και του ΚΚΕ, που ονειρεύονταν, με κρυφή λαχτάρα, ένα κοινοβουλευτικό ελντοράντο, υποτιμώντας τα διδάγματα ιστορίας κι επιστήμης… “ Έβλεπαν” τον κόσμο με βολικά, δανεικά στερεότυπα. Και ήσαν τόσο μαγεμένοι από τις παραισθήσεις τους, που ούτε ακόμη και το βάρβαρο πραξικόπημα της βίας και νοθείας των εκλογών του Οκτωβρίου 1961, δεν μπόρεσε να τους αφυπνήσει.

Τον Δεκέμβριο του 1959 εμφανίζεται στους φοιτητικούς χώρους η περιλάλητη, ---αβανταρισμένη από τις μυστικές υπηρεσίες και με ακαδημαϊκό κήνσορα τον γνωστού παρελθόντος Α. Προκοπίου--- νεοφασιστική ΕΚΟΦ, η οποία, στη συνέχεια, με βίαιους και άλλους επαίσχυντους τρόπους, προσπάθησε να αλώσει τη φοιτητική και ακαδημαϊκή ζωή και να κάμψει το μαχητικό φρόνημα της νεολαίας. Η εξωγενής αυτή επέμβαση προκάλεσε μεγάλες δυσκολίες στο φοιτητικό κίνημα, αλλά και συντέλεσε, άθελά της, στη δημιουργία, αργότερα, νέας ευρύτερης και βαθύτερης δημοκρατικής, ριζοσπαστικής συσπείρωσης στο κίνημα και στη νεολαία (1-1-4, 15%). Την ίδια ακριβώς εποχή, δηλ. τον Δεκέμβριο του 1959, οι ηγεσίες της ΕΔΑ-ΚΚΕ εγκαθιστούν, πραξικοπηματικά, επικεφαλής του ανώτερτου οργάνου της νεολαίας της ΕΔΑ (Ν.ΕΔΑ), «ξενόφερτα» άτομα, μεγαλύτερης κατά πολύ ηλικίας (Τ.Μπενας, Η. Στάβερης, Θ. Κοκλάνης, Στ. Στεφάνου, Χ. Μίσιος, Ζ. Θέος, κ.α.,) δηλαδή παλαιούς αγωνιστές της Αντίστασης, που πριν από λίγους μήνες είχαν γυρίσει από τις φυλακές και τις εξορίες, διαμορφωμένα σε άλλες εποχές, με αγωνιστικό κύρος και άλλες δάφνες, με άλλη νοοτροπία, και τώρα ενδιατρίβοντα «επαγγελματικώς» στα ευρύχωρα, πλην στενά επιτηρούμενα από τις υπηρεσίες της ασφάλειας, γραφεία της… Αξιωματικής Αντιπολίτευσης! Ας σημειωθεί ότι όλο το δυναμικό της σπουδαστικής ΕΠΟΝ των προηγουμένων ετών είχε εν τω μεταξύ ενταχθεί ολοκληρωτικά πια στη νεολαία της ΕΔΑ, και ειδικά στην «Σπουδάζουσα».

Οι παραπάνω εξελίξεις επιρέασαν ποικιλότροπα τη ζωή και την πορεία της ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗΣ, δηλαδή το έντυπο υποχρεώθηκε να αναπτύξει τον χαρακτήρα του κάνοντας ουσιαστικά διμέτωπο αγώνα: από το ένα μέρος κατά των αλητοπαίδων της νεοφασιστικής ΕΚΟΦ, των ακαδημαϊκών ταγών της και της αντιδραστικής και σκοταδιστικής πολιτικής της κυβέρνησης της ΕΡΕ στον χώρο της Παιδείας, και από το άλλο κατά των κατάφωρων επεμβάσεων των κεντρικών οργάνων της ΕΔΑ και της ΝΕΔΑ, τα οποία φορτικά επέμεναν και ενίοτε άκομψα επέβαλαν διάφορες τροποποιήσεις ή και ανατροπές των προτεραιοτήτων της ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗΣ, όπως τις διαμόρφωνε η συλλογική της βούληση, δηλ. η Συντακτική της Επιτροπή. Εδώ θα σας αναφέρω μερικά, ενδεικτικά παραδείγματα:
1.-Όταν τον Δεκέμβριο του 1960 (τεύχος 25) μετατρέψαμε την ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ από εφημερίδα σε επιθεώρηση, αλλάζοντας σχήμα, εμφάνιση και ύλη, δεχτήκαμε κριτική «ότι κάνατε την Πανσπουδαστική φλάμπουρο αγώνων», επειδή στο εξώφυλλό της βάλαμε ολοσέλιδη φωτογραφία από μαζική, φοιτητική αγωνιστική εκδήλωση. Ο ψόγος αυτός, βέβαια, για μας ήταν έπαινος, αλλά αρχίσαμε να ψυχανεμιζόμαστε ότι ο βηματισμός μας κάποιους ενοχλεί και άλλους μπερδεύει…
2.-Όταν στο επόμενο φύλλο με κείμενα, αλλά κυρίως με φωτογραφίες και σκίτσα και με άλλο αποκαλυπτικό υλικό ξεσκεπάσαμε εντελώς τα επαίσχυντα έργα και την άθλια δραστηριότητα της τρομοκρατικής ΕΚΟΦ και των πατρώνων της και απαιτήσαμε την άμεση και δυναμική αντιμετώπισή της («Κάτω η τρομακρατία»), δεχτήκαμε την έντονη δυσαρέσκεια της καθοδήγησης για την τάχα ανώριμη και ακραία αντιτρομοκρατική μας στάση.
3.-Όταν σε επόμενο φύλλο οργανώσαμε μαζί με τον Σύλλογο των Κρητών Φοιτητών μεγάλη εκδήλωση στην Λέσχη των Φιλελευθέρων για τον Επιτάφιο των Μ. Θεοδωράκη – Γ. Ρίτσου, διαθέτοντας συνάμα υποστηρικτικές σελίδες στην ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ (αρθρο μουσικολόγου Φοίβου Ανωγειανάκη κλπ), εξαπολύθηκαν προσβλητικοί υπαινιγμοί για τον «ρόλο» μας, αφού, όπως είναι γνωστό, κορυφαίοι παράγοντες του κόμματος και της εφημερίδας του, της ΑΥΓΗΣ, (Β. Αρκαδινός, Γ. Σκουριώτης κ.α. ) ξιφουλκούσαν δημόσια ενάντια στις «αναθυμιάσεις του κοινωνικού βούρκου», όπως ονόμαζαν το ρεμπέτικο τραγούδι, το μπουζούκι και τις μελωδίες του.
4.-Όταν δίναμε έκταση στον κυπριακό αγώνα και αντιμετωπιζαμε την εξέλιξή του ως γεγονός μεγάλης -- και εσωτερικής-- σημασίας, η νευρικότητα της ηγεσίας δεν κρυβότανε με τίποτα. Η απορία μας για την κατάσταση αυτή δεν κρατούσε για πολύ, αφού βλέπαμε ότι η στάση της καθοριζόταν από τα περίεργα σκαμπανεβάσματα της σοβιετικής διπλωματίας, παρά από τις διακηρύξεις της για την αυτοδιάθεση των λαών και τον αγώνα της Κύπρου να ενταχθεί στον ελληνικό εθνικό κορμό.
5.-Όταν στηρίξαμε σθεναρά τον αγώνα των σπουδαστών των σχολών Υπομηχανικών στην Αθήνα και την Θεσσαλονίκη κι ευνοήσαμε το δίκαιο τότε περιεχόμενό του, η καθοδήγηση της ΕΔΑ, στους κόλπους της οποίας υπήρχαν πρόσωπα στενά συνδεόμενα (Ν. Κιτσίκης κ.α.) με το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας που αντιμαχόταν τους Υπομηχανικούς, δεχτήκαμε μεγάλες πιέσεις να αλλάξουμε στάση, με κύριο όργανο πίεσης τους οργανωμένους σπουδαστές της σχολής Μηχανικών του Ε. Μ. Πολυτεχνείου και άλλους ευκαιριακούς συμπαραστάτες τους.
6.-Όταν κυκλοφόρησε το προεκλογικό τεύχος τον Οκτώβριο του 1961, με αποκαλύψεις για τα φενακιστικά, τα εμπαικτικά και τα σκοταδιστικά έργα και τις ημέρες της κυβέρνησης της ΕΡΕ, αποκαλύψεις που, κατά πρώτο λόγο, οφείλονταν στις καταγγελίες των κορυφαίων οργάνων της σπουδαστικής εκπροσώπησης (ΔΕΣΠΑ κ.α.), και πατούσαν στο κοινό βίωμα των φοιτητών, πάλι νοιώσαμε ότι γίναμε μόνιμο πρόβλημα κι ενοχλητικό αγκάθι για την καθοδήγηση…
Τέλος, τώρα, εκ των υστέρων (Φεβρουάριος, 2005), επιβεβαιώθηκε (από τους ίδιους) πως οι σχεδόν χρόνιες αυτές διενέξεις και αντιθέσεις είχαν επιτρέψει ακόμη και κάποιες ξένες διεισδύσεις και «διαβρώσεις» στο κεντρικό επιτελείο του εντύπου, κυρίως λόγω του φατριασμού, της ευνοιοκρατίας, της αλαζονίας και της παντογνωσίας («ξερόλες» τους λέγαμε τότε με τον Σωτήρη Πέτρουλα) των αγέροχων αποπάνω... Όταν κανείς αναζητά εναγωνίως υπομόχλια για τις «αναδομήσεις» του, τότε αναγκαία θα μπερδέψει τα πρόσωπα με τα προσωπεία, και στο τέλος θα πιαστεί κορόιδο…

Όσο η ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ ήταν ολιγοσέλιδη εφημερίδα, ήτοι μέχρι τον Μάιο του 1960, αντιμετώπιζε τα θέματα του πολιτιστικού γίγνεσθαι αναλογικά περιορισμένα, δηλαδή όσο το επέτρεπε ο μικρός χώρος της και η πίεση του αγώνα για τα άλλα, επιτακτικότερα προβλήματα. Κυρίως ανέπτυσε πρωτοβουλίες έξω από τις στήλες της, με διαγωνισμούς που συνεχίστηκαν κι αργότερα, με την σύμπηξη θεατρικής ομάδας από σπουδαστές, με τη διοργάνωση εκθέσεων, και με μικρά αφιερώματα της ίδιας σε σπουδαίες πνευματικές μορφές. Από τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους (τεύχος 25) που μετατρέπεται σε πολυσέλιδη επιθεώρηση, ανοίγεται, χωρίς τους άνω περιορισμούς, στον «πολιτισμό»: άλλωστε σταματάει να αυτοχαρακτηρίζεται «πανσπουδαστικό όργανο» και γίνεται «σπουδαστική επιθεώρηση». Στο ζήτημα αυτό αναπτύσσονται, στην πράξη, δύο διαφορετικές προσεγγίσεις από τα μέλη της Συντακτικής Επιτροπής.
Μερικοί αντιλαμβάνονται τον «πολιτισμό» κυρίως σαν «κουλτούρα», δηλ.σαν πνευματική καλλιέργεια, (ήτοι πολιτισμικά), ενώ άλλοι θεωρούν ως πρώτιστο στοιχείο του τη νέα, ζωντανή «δημιουργία», δηλ. την συστηματική ενεργοποίηση των δημιουργικών δυνατοτήτων (ήτοι πολιτιστικά) των νέων. Παρότι το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο, η σύνθεση του μείγματος διέφερε εκάστοτε, ανάλογα με τις εκφραστικές ανάγκες, τα στερεότυπα, τις καταγωγικές καταβολές και τις στοχεύσεις καθενός. Από την ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ ως εστία νεανικής δημιουργικότητας, προέκυψαν αρκετοί νέοι ποιητές, λογοτέχνες, δοκιμιογράφοι κ.α., πολύ γνωστοί σήμερα. Ως εστία πολιτιστικής καλλιέργειας, η διαχείριση στις σελίδες της του αλλοτρίου, σύγχρονου ή παλαιότερου, πνευματκού ή καλλιτεχνικού κεφαλαίου, αν και πολύ χρήσιμη, δεν ήταν πάντοτε επιτυχής, προκάλεσε εσωτερικές εντάσεις κι έφτασε κάποτε να απογοητεύσει, ακόμα και να σκανδαλίσει, το κοινό και τους φίλους της. Κάποιες τέτοιες «ταλαντώσεις», ανοιξαν την όρεξη σε συγκεκριμένο μεγαλοπαράγοντα του τύπου να αποπειραθεί, με την σύμπραξη μέλους του επιτελείου της ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗΣ, να υφαρπάσει το ηθικό, πολιτιστικό και πολιτικό «κεκτημένο» που αντιπροσώπευε το έντυπο.

Την τελευταία περίοδο της ζωής της (1964-1967), παρά την αφθονία των διαθέσιμων υλικοτεχνικών δυνατοτήτων και την επαγγελματοποίηση ορισμένων στελεχών της, η έκδοσή της έγινε ευκαιριακή και συγκυριακή, η ύπαρξή της ατροφική και σκιώδης, η εμφάνισή της εντυπωσιακή μεν και κραυγαλέα, χωρίς όμως νεύρο: μια οντότητα φθίνουσα, ημιθανής, περιθωριακή, πλην με το κλέος του παρελθόντος της. Η ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ όδευε ολοταχώς προς… ένδοξη ευθανασία, ενώ η οργάνωση της νεολαίας είχε αριστοτεχνικότατα, δηλαδη με «τετελεσμένα» και άλλα δημοκρατικά τερτίπια, καπελωθεί για τα καλά.

Οι σπουδαστές της εποχής γενικά και τα στελέχη της «Σπουδάζουσας» και της ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗΣ ιδιαίτερα, είχαν αποκτήσει αρκετή αυτοπεποίθηση από την, δεκαετή (1955-1965) και σχετικά αυτόνομη, δημόσια δράση τους. Το γεγονός όμως αυτό απέτρεπε τους αποπάνω από το να τους έχουν εμπιστοσύνη, ήσαν αχαλιναγώγητα, τα καθιστούσε υπόπτα… Η παρουσία τους έγινε περιττή, μη ελεγχόμενη, αβέβαιη και, κατά τις φαντασιώσεις τους, επίβουλη... Η προταιρεότητα από τους ξανανιωμένους πενηντάρηδες δόθηκε τότε στην μαζική διαμόρφωση νέων εύπλαστων χαρακτήρων, και ανθρώπων των μηχανισμών, πειθήνιων και υμνητικών, ικανών μεταφορικών ιμάντων μιας πολιτικής, που συντέλεσε αρκούντως κι αυτή για να φτάσουμε στο εφιαλτικό πρωινό της επάρατης 21ης Απριλίου και το γενικό σκροποχώρι που ακολούθησε…

Μπορούμε, δηλαδή, να πούμε τώρα, ότι η μικρή ιστορία της ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗΣ, όσο γόνιμη κι αν υπήρξε, προοιώνισε, σαν αλκυονίδα ημέρα, την μοίρα της γενιάς μας, δηλ. την ακύρωση του μεγαλύτερου και κρισιμότερου μέρους των εξαίρετων δυνατοτήτων της.

6 σχόλια:

  1. Καλησπέρα σας. Βρέθηκα στην ιστοσελίδα σας και διάβασα το άρθρο αυτό. Έχω μόνο μία φιλολογική ερώτηση. Γράφετε: " κορυφαίοι παράγοντες του κόμματος και της εφημερίδας του, της ΑΥΓΗΣ, (Β. Αρκαδινός, Γ. Σκουριώτης κ.α. ) ξιφουλκούσαν δημόσια ενάντια στις «αναθυμιάσεις του κοινωνικού βούρκου», όπως ονόμαζαν το ρεμπέτικο τραγούδι, το μπουζούκι και τις μελωδίες του." Μπορείτε παρακαλώ να με παραπέμψετε στην πηγή της αναφοράς αυτής («αναθυμιάσεις του κοινωνικού βούρκου») ; Ευχαριστώ εκ των προτέρων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. η μαρτυρία είναι από τον κ. Γ.Χατζόπουλο, από τον οποίο θα ζητήσω τις σχετικές διευκρινίσεις τις οποίες θα δημοσιεύσω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Με συγχωρείτε, λάθος διατύπωση. Ευχαριστώ πολύ για τη φροντίδα του πράγματος. Θα αναμένω. Γεια σας.

      Διαγραφή
  3. Σας κοινοποιώ την πολύ ενημερωτική απάντηση του κ. Γ.Χατζόπουλου.

    Αγαπητέ φίλε κ. Κουτρούλη,

    Σας παρακαλώ ενημερώστε όταν μπορέσετε, τον ανώνυμο (!) αναγνώστη του μπλογκ σας, που την 29-10-2014 ζητεί παραπομπή στην πήγη αναφοράς μιας φράσης που υπάρχει στο ύπερθεν δικό μου κείμενο και αφορά την πολιτεία του φοιτητικού περιοδικού ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ (1956-1967) και τον αγώνα της για το ρεμπέτικο τραγούδι . Αυτό κατ' εξαίρεση, από σεβασμό σε σας, επειδή δεν θεωρώ σοβαρό να απαντάμε επώνυμα σε ανωνυμογράφους.-

    Οι χαρακτηρισμοι “αναθυμιάσεις του κοινωνικού βουρκου”, “μόλυσμα”, “τραγούδια του κόσμου των καταγωγίων, των κακόφημων σπιτιών και των κακοσύχναστων δρόμων”, “τραγούδια των εξαθλιωμένων , των κακοποιών και του υποκόσμου”, κλπ είναι, την εποχή εκείνη, κοινόχρηστοι από τους τους περισσότερους ταγούς της αριστερής (ΕΔΑ-ΚΚΕ) ηγετικής ελίτ, σε έντονη μάλιστα αντίθεση προς το αίσθημα και τη θετική διάθεση των οπαδών και ψηφοφόρων τους.

    Επί λεξει: “Μπορούμε να ειπούμε ότι ολόκληρος ο λαός των πόλεων ζει σε ατμόσφαιρα μολυσμένη από τις αναθυμιάσεις του κοινωνικού βούρκου”. Γιάννης Δ. Σκουριώτης, περιοδικό "Κοινωνιολογική 'Ερευνα", τ.1, σελ. 65.

    Παρόμοιες “διαγνώσεις” μπορεί να ανακαλύψει ο ενδιαφερόμενος ανώνυμος φίλος μας στην αρθρογραφία της εφημερίδας ΑΥΓΗ των χρόνων εκείνων, και ιδιαίτερα στα κείμενα του Βασ. Αρκαδινού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γιάννης Αλυσανδράτος3 Νοεμβρίου 2014 - 9:28 μ.μ.

      Ευχαρίστησα εκ των προτέρων. Θα ευχαριστούσα ξανά, μα δε θα ήθελα να προσβάλλω περισσότερο τη σοβαρότητα του επώνυμου που καταδέχτηκε να απαντήσει στην απορία ενός ασόβαρου ανώνυμου… Στην πραγματικότητα, ενός απλού, ευγενικού αναγνώστη. Στ’ αλήθεια, τέτοια αντιμετώπιση δεν την περίμενα. Για έναν συγγραφέα είναι πάντα χαρά να του απευθύνονται οι αναγνώστες του. Αφού κρίνει ότι δεν είναι σοβαρό να απαντά σε ανώνυμους, ας μην το έκανε. Εγώ ό,τι δεν το θεωρώ σοβαρό, δεν το κάνω.-
      Και, σίγουρα, όταν κάποιος μου ζητά κάτι, δεν του το προσφέρω ως εάν να του κάνω και τη χάρη. Είναι ασέβεια προς τον άλλον. Αλλά να εκφράζεις ασέβεια προς κάποιον δηλώνοντας ότι το κάνεις από σεβασμό σε κάποιον άλλο, σημαίνει να μη ξέρεις να σέβεσαι γενικά, περισσότερο, όμως, είναι ανέκδοτο. Δεν εξέφρασα κάποια κριτική άποψη για το κείμενο, ώστε να γράψω επωνύμως. Ζήτησα μόνο μια φιλολογική πληροφορία ως ενδιαφερόμενος -κι ανάθεμα την ώρα! Να, ας πούμε, όπως σε μία βιβλιοπαρουσίαση, όπου σαν κάποιος απ’ το κοινό λαμβάνει το λόγο μόνο για μία αθώα ερώτηση, δε χρειάζεται να δηλώνει και το όνομά του, παρεκτός και θέλει να προχωρήσει σε κριτικά σχόλια. Τόσο απλά είναι τα πράγματα και δημιούργησε ο επώνυμος θέμα από το πουθενά!
      Τέλος πάντων, απ’ το ερώτημα μου, αλλά κι από την ευγένεια που έδειξα με τα λόγια μου, δεν προκύπτει ότι είμαι ασόβαρος. Ο επώνυμος, όμως, δε δίστασε να το συμπεράνει. Τώρα, παρότι από τη στάση του επώνυμου μπορεί κανείς να βγάλει συμπεράσματα για το χαρακτήρα του ανδρός, εγώ δε θα το κάνω. Ας είναι μόνο αυτός που έθιξε τον άλλον, και τον αντιμετώπισε ως ασόβαρο. Εγώ πάντως δεν τον αντιμετώπισα ως τίποτα κι ούτε τώρα τον αντιμετωπίζω, υπερασπίστηκα κομματάκι τον εαυτό μου μονάχα από την προσβολή περί ασόβαρου που τάχα κρύβομαι πίσω από την ανωνυμία μου, ως εάν να εξέφρασα κάποια οποιαδήποτε θέση που ζητά ευθύνη, κι όχι ένα απλό ερώτημα βιβλιογραφίας.

      Υ.Γ: Τονίζω ξανά ότι κανένα σχόλιο για το κείμενο δεν έκανα, ούτε για το ποιόν του επώνυμου. Αλλά μιας και υπερασπίστηκα τον εαυτό μου από έναν επώνυμο, ονομάζομαι Γιάννης Αλυσανδράτος. Ποιος είμαι; Κανένας. Εσείς ποιος είστε; Ένας επώνυμος… Στο τέλος μετράει ο χαρακτήρας. Καλό μας βράδυ.

      Διαγραφή
    2. "MIN IMETHA ERISTIKI, DEN EXOME OFELI. AS IMETHA ELASTIKI, OS LASTIXA PIRELI"...

      Διαγραφή