Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Ο Γ.ΡΙΤΣΟΣ για τον Γ.ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ






«Αποχαιρετισμός»:Ο Γιάννης Ρίτσος για τον Γρηγόρη Αυξεντίου


Πριν προχωρήσουμε στην αναφορά στο ποίημα του Γ. Ρίτσου "Αποχαιρετισμός"(1957), θα πρέπει να απαντήσουμε σε δύο ερωτήματα:
-μπορεί να υπάρξει πατριωτική ποίηση; -μπορούν τα διεθνιστικά οράματα της αριστεράς να εναρμονιστούν με τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες;

Στο πρώτο ερώτημα απάντησε ήδη ο Γ. Σεφέρης. Υπερασπιζόμενος την αξιοσύνη της ποίησης του Κάλβου, γράφει: «Με άλλα λόγια, δεν συμφωνώ με όσους πιστεύουν πως είναι αυταπόδειχτο το αξίωμα που λέει ότι “πατριωτική” ποίηση δεν μπορεί να υπάρξει. Μπορεί να υπάρξει και σέβομαι ιδιαίτερα τον Κάλβο που αφιέρωσε τη λύρα του στην υπηρεσία μιας μεγάλης υπόθεσης»1. Ενώ σε κάποιο ξένο φίλο που κατηγορούσε τον Κάλβο ότι έγραψε μόνο «εθνικιστικά ποιήματα» ή ότι οι Έλληνες ποιητές είναι προσκολλημένοι σ' ένα «ξεπερασμένο εθνικισμό», απαντούσε: «Πώς να εξηγήσει κανείς την Ελλάδα στους άλλους Ευρωπαίους που ολοκληρώνονται βιομηχανικά όλο και περισσότερο. Πώς να εξηγήσω την Ελλάδα και σε πολλούς ελλαδικούς, συνεχίζω αυτόματα με το νου μου...»2.
Η αριστερά, προσπαθώντας να επιλέξει ανάμεσα σε διαφορετικές προτεραιότητες, διέπραξε αρκετά σφάλματα που έβλαψαν κυρίως την ίδια και δυσφήμισαν τους αγωνιστές της. Παρ' όλα αυτά γνώριζε ότι όσο επικρατεί ο διεθνής καπιταλισμός θα πρέπει να υπερασπίζεται τα εθνικά σύνορα. Η έννοια της πατρίδας είναι κοινή αξία με άλλους πολιτικούς χώρους, όμως η διαφορετική ερμηνεία τής παρέχει το απαραίτητο πεδίο για να διεξαχθεί ο πολιτικός αγώνας. Ο Κορδάτος, φίλος και θαυμαστής του Ίωνα Δραγούμη, συμμεριζόταν το ίδιο με αυτόν όραμα, της Βαλκανικής Ομοσπονδίας, αναγκαία συνθήκη για το ξεπέρασμα των στενόκαρδων εθνικισμών αλλά και της τουρκικής ηγεμονίας. Στην διάρκεια της εθνικής αντίστασης , η αριστερά αγωνίστηκε εναντίον της τριπλής κατοχής , γερμανικής ,ιταλικής και βουλγαρικής.
Ο Άρης Βελουχιώτης, στον λόγο του στην Λαμία, αναφέρεται στην «αθάνατη ελληνική φυλή» και υποδεικνύει τους λόγους για τους οποίους η αριστερά μπορεί καλύτερα να υπερασπίσει τα συμφέροντα της πατρίδας: «Κανένας σοφός ή άσοφος δεν μπορεί σήμερα να γράψει ούτε μια λέξη, αν αναφερθεί στα έργα που άφησαν οι δημιουργοί αυτού του πολιτισμού, που λέγεται αρχαίος ελληνικός πολιτισμός... Στην εποχή της σκλαβιάς πέρασε σκληρά, μαύρα χρόνια και πολλοί “έξυπνοι”, ανάμεσα στους οποίους και κάποιος Φαλμεράγιερ, ισχυρίστηκαν πως η ελληνική φυλή έσβησε κι ότι αυτή διασταυρώθηκε μ' άλλες φυλές, που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την αρχαία ελληνική φυλή. Μα ό,τι κι αν πούνε, αυτό δεν έχει καμιά αξία. Την ελληνικότητα μας την αποδείξαμε. Γεγονός είναι ότι η χώρα μας ξεσηκώθηκε και ξαναγένηκε πάλι λεύτερη»3. Ενώ σε άλλα σημεία έλεγε: «θα γδάρουμε τους παπάδες; Μα γιατί; Εμείς βλέπουμε, ότι χιλιάδες βρίσκονται τώρα στην πρωτοπορία του κινήματος μας και η συμβολή του κλήρου, που στάθηκε στο πλευρό μας, υπήρξε ανεκτίμητη... Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σ’ όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι' αυτό δεν νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς, το μόνο που διαθέτουμε είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά, αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει όπου βρει κέρδη, δεν μπορούν να κινηθούν και παραμένουνε μέσα στη χώρα που κατοικούμε. Ποιος λοιπόν μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουνε τα κεφάλαια τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;»4
Το ποίημα του Γ. Ρίτσου «Αποχαιρετισμός» (1957),περιέχεται ,στον τρίτο τόμο ( σελίδες 246 μέχρι 272 ), των «Ποιημάτων » του , που έχουν εκδοθεί από τον «Κέδρο» (19η έκδοση, 1982) .Είναι αφιερωμένο στο ηρωικό τέλος του υπαρχηγού της ΕΟΚΑ Γρηγόρη Αυξεντίου που κάηκε ζωντανός από τους Άγγλους αποικιοκράτες .Το έργο αφενός μεταφέρει στον ποιητικό λόγο την συγκίνηση για τον θάνατο του παλληκαριού, αφετέρου συνεχίζει με τον αισθαντικότερο τρόπο τις πατριωτικές παραδόσεις της ελληνικής αριστεράς. Γράφεται σε μια εποχή ,που αριστεροί ακόμη οδηγούνται στα στρατοδικεία και στις εξορίες , ενώ η Αθήνα τρανταζόταν από τις μαχητικές διαδηλώσεις για την Αυτοδιάθεση- Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα .
Όπως γράφει ο Ρίτσος το ποίημα: «ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ στον Ήρωα και Άγιο ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ. Στους Μεγάλους Νεκρούς Ποιητές και Διδασκάλους του Έθνους, ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ, ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟ, ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ, ΑΓΓΕΛΟ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟ Και Σ' όλους τους Γνωστούς και Άγνωστους Μάρτυρες των Ελληνικών και Παγκόσμιων Αγώνων.»
Κατόπιν ακολουθεί απόκομμα εφημερίδας 5 Μαρτίου 1957, που αναφέρεται στο τραγικό τέλος του Γρηγόρη Αυξεντίου «ηλικίας 29 ετών, το επάγγελμα του δε ήταν σωφέρ ταξί». Στο δημοσίευμα της εφημερίδας , διαβάζουμε πως ο Αυξεντίου , που είχε επικηρυχθεί για 5.000 λίρες , κρυπτόταν σε μια σπηλιά κοντά στην Μονή Μαχαιρά .Οι μοναχοί παρότι κακοποιήθηκαν δεν μίλησαν. Όμως «κάποιος βοσκός τους έδωσε την πληροφορία ότι μέσα στην σπηλιά ήταν κρυμμένος ο Αυξεντίου».Ακολούθησε μάχη δέκα ωρών και στο τέλος «τεράστιες φλόγες εκάλυψαν το σπήλαιο για να τυλίξουν σε λίγο το κορμί του ηρωικού πατριώτη».
Το ποίημα είναι ένας θεατρικά δομημένος εσωτερικός μονόλογος του Γρηγόρη Αυξεντίου , στην κρύπτη του ,λίγο πριν τον θάνατο του. Ο ήρωας ,μόνος με την ιστορία ,προσπαθεί να αντιμετωπίσει τον θάνατο , που έρχεται με βεβαιότητα .Αδημονεί για την στιγμή που «οι ξύλινοι σταυροί θα μπουμπουκιάσουν τριαντάφυλλα».
«Τελείωσαν πια τα ψέματα- δικά μας και ξένα. Η φωτιά η παντάνασσα πλησιάζει. Δεν μπορεί πια να ξεχωρίσεις αν καίγεται σκοίνος η φτέρη ή θυμάρι. Η φωτιά πλησιάζει»5
Ο Αυξεντίου σκέπτεται το πέρασμα απ’ τη ζωή στον θάνατο. Συγκρίνει τις ευθύνες του αγώνα («Όμως εγώ θα μπορούσα να λησμονήσω το φως που ονειρευτήκαμε μαζί; κείνο το μέγα καρδιοχτύπι της σημαίας μας;»6) με την γοητεία της ειρηνικής ζωής («Η φωνή ενός παιδιού –δεν μπορεί- θ' ακουγόταν στα χωράφια ένα απόγευμα -κ' η ματιά μιας γυναίκας που ονειρεύεται χαμογελώντας- η ματιά της χαμένη στο βράδυ, θα σ' άγγιζε, η ματιά μιας γυναίκας που δε σ' είδε και την είδες »)7. Οι τέσσερις σύντροφοι που φύγανε και παραδόθηκαν καλώς κάνανε, όμως ο ίδιος λέει «να παραδώσω σα σκισμένη σημαία την ψυχή μου;»8 κι άλλωστε « ξέρω , όπως και σεις , τι θα πει πόνος και φόβος , μα εγώ είχα ένα φόβο πιο μεγάλο απ' τον πόνο μου κι απ' το φόβο σας, όχι μονάχα το φόβο του κορμιού, μα και το φόβο της ψυχής ,που δεν τη γνωρίζω »9. Η ελληνική σημαία αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία .Άλλοτε «μου τράνταζε τα φυλλοκάρδια η σημαία της πατρίδας που κρατούσα στα χέρια» κι άλλοτε ο ήρωας μας λέει «οι συναγωνιστές μου θα παραλάβουν απ’ τα χέρια μου φλεγόμενη τη σημαία του ανένδοτου αγώνα , φλεγόμενη σαν πύρινο άλογο ικανό να διασχίσει το άπειρο και το θάνατο , σαν άσβηστη δάδα μέσα σ’ όλες τις νύχτες των σκλάβων , φλεγόμενη η σημαία μας - σα μέγα αστραφτερό δισκοπότηρο για την Άγια Μετάληψη του Κόσμου.»
Ησυχία, ο χρόνος έχει σταματήσει. Ο ήρωας είναι μόνος του με την ιστορία, με τον λαό του, με την ύπαρξη του. Οι εικόνες απ' την ειρηνική ζωή -ο Ρίτσος είναι αριστοτέχνης εικονοποιός- έρχονται διαδοχικά στο μυαλό του για να κάνουν το δίλημμα ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, ανάμεσα στην ευθύνη και την παραίτηση πιο οδυνηρό: «Είμαι 29 μόλις χρονώ, και το μόνο που ξέρω είναι πως θέλω να ζήσω ».11
Ο Ρίτσος κατανοεί το τραγικό μέγεθος της στιγμής:
«Μα ποιος θα σας τη μεταδώσει τούτη τη στιγμή; Δεν τη χωράνε
τα λόγια, τα χέρια, τα μάτια, ούτε η πράξη, ούτε η σκέψη
είναι μεγάλη σαν εκείνο που λέμε πατρίδα, μεγάλη σαν αυτό που λέμε γη, μεγάλη σαν όλο τον κόσμο »'12
Η έξοδος του ήρωα από τον κόσμο, είναι το σημείο που ο χρόνος συναντά την αιωνιότητα.
<<Αυτή η στιγμή είναι ανεπανάληπτη, γιατί είναι η αιωνιότητα, κ' η αιωνιότητα υπάρχει και τη δημιουργούμε δεν επαναλαμβάνεται σαν κάτι που έρχεται και φεύγει και ξανάρχεται».13
Ο χώρος διευρύνεται, η σπηλιά συλλέγει τα μαρτύρια της πατρίδας.
«Ποτέ δε θα μπορούσα να πιστέψω πως η στενότητα μιας σπηλιάς
μπορούσε νάχει τόση ευρυχωρία-μπορούσε να χωρέσει
την πατρίδα με τις ελιές της, τ' ακρογιάλια της, τα βάσανα της,
με τα καΐκια της μ' ολάνοιχτα πανιά στον αντρίκιον αγέρα της,
τον κόσμο με τα φλάμπουρα του, τα όνειρα του, τις καμπάνες του, και τα μικρά αγριόχορτα. Ανασαίνω μέσα σ' αυτή την πέτρινη σήραγγα που η έξοδος της είναι το ίδιο το στόμιο του ήλιου. Το ξέρω: από δω, κατευθείαν, θα περάσω νεκρός μες στον κόσμο. Μην κλαίτε.
Και ξέρω τώρα , όσο ποτέ, πως είναι δυνατή η ελευθερία .Γεια σας»14
Το καμένο σώμα του Αυξεντίου θα γίνει η φλεγόμενη σημαία του ανένδοτου αγώνα, το σύμβολο της ελευθερίας:
«Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου και το αίμα μου --το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου, ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ' το χωριό Λύση, οδηγού ταξί το επάγγελμα, πού μαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα όσα να φτιάχνουν τη λέξη ελευθερία" και που σήμερα, 2 του Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανός στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά και που σήμερα ακριβώς, 2 του Μάρτη, μέρα Σάββατο -μην το ξεχάστε, σύντροφοι-στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, και 3 πρώτα λεπτά, γεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα ματωμένα γόνατα της πλάσης
Δέκα ώρες είναι πάρα πολλές για όλα όταν έχεις ένα ντουφέκι , κάμποσες σφαίρες και το δίκιο με το με- ρος σου, όταν έχεις δικά σου 29 χρόνια και μπορείς να τα διαθέσεις μό- νος σου , όταν έχεις το θάνατό σου δικό σου. Γεια σας.»15
Πως αντιμετωπίζει τελικά ο ήρωας την έξοδο απ' την ζωή; Ως χρέος προς τους άλλους «Όποιος μπορεί να νικήσει μια στιγμή τη ζωή του νικάει και το θάνατο». Υπάρχει χάριν και εξ αιτίας του άλλου, «κανένας δεν υπάρχει μόνος χωρίς τη βοήθεια του άλλου». Ο θάνατος του στοχεύει σε μια ελεύθερη ζωή «Δε δέχομαι , όχι , τη θυσία για το θάνατο. Τη δέχομαι μονάχα για τη ζωή – για μια ζωή που πια δε θα απαιτεί καμιά θυσία ».16Ο Αυξεντίου ενσαρκώνει τον απροσκύνητο , τον ελεύθερο άνθρωπο γιατί «Τ’ αληθινό μπόι του ανθρώπου μετριέται πάντα με το μέτρο της λευτεριάς» .17
Ο ήρωας συνοψίζει όλες τις θυσίες και τα μαρτύρια για την απελευθέρωση του ανθρώπου, από τον Προμηθέα μέχρι τον Χριστό: «Κι αλήθεια , ξέχασα να σας πω το κυριότερο ,- που μόλις τώρα τόμαθα - δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος. Το αντίθετο μάλιστα. Και σας βεβαιώνω τώρα με το αίμα μου : ποτέ δεν είταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστός όσο την ώρα που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο, χωρίς να τον σκοτώσει , για να κοιτάξει κατάματα τον ουρανό και τη θυσία του ποτέ ο Προμηθέας δεν αντίκρυσε τόσο γαλήνια κι ολόφωτα τον κόσμο όσο την ώρα που το ράμφος του όρνεου βρήκε τα μάτια του, ξέροντας , τότε μόνο, πώς είχε αξιωθεί να δώσει το φως και τη φωτιά στον άνθρωπο , κι ακόμα , ναι , τότε ποτέ τόσο όμορφος δεν είταν ο μικρός Γρηγόρης Αυξεντίου ,29 χρονώ …» 18
Η τιμή για το παλληκάρι που δεν σκύβει , δεν προσκυνά ,αλλά πεθαίνει αγέρωχο ,όρθιο ,είναι μια στιγμή που τον αθανατίζει και αλλά κι είναι υπόσχεση για νέους αγώνες:
« Εσύ που θα κλάψεις για το θάνατό μου , με βόηθησες να πεθάνω με το κεφάλι ψηλά , εσύ που θα πάρεις το ντουφέκι μου , να εκδικηθείς το θάνατό μου, με βόηθησες να πεθάνω ευτυχισμένος για σένα και για μένα. Με βόηθησαν κι αυτοί που πέσανε πριν από μένα. Όπως και γώ θα σας βοηθήσω» 19.
Ο ήρωας , την στιγμή του θανάτου ,ενώνεται με τις στρατιές των ηρώων, με τους Διγενήδες , με τους κλέφτες , με τους αντάρτες.
«Σήμερα νιώθω μια τρυφερότητα για τον εαυτό μου ξέροντας πώς θα μ’αγαπήσετε σήμερα αγαπάω κ’ εχτιμάω τον εαυτό μου σήμερα χαμογελάω στον εαυτό μου κοιτάζοντάς τον με τ’ αδερφικά σας μάτια» .
Προς το τέλος, ο Αυξεντίου επανέρχεται με εικόνες απ' την ειρηνική ζωή της Κύπρου. Όμως θα καταλήξει με αποχαιρετισμό προς τους γονείς του:
«ΑΝΤΕ, γριά μάνα, μην αρχίσεις τώρα τις κλάψες. -Όχι;- Έτσι σε θέλω. Ρωμιά. Σου παίρνω, λες τη ζωή σου; Σου αφήνω τήν περφάνεια σου. Δε θα σειδει ο εχτρός καμπουριασμένη. Το ξέρω. Θα πεις:
Είμαι πέρφανη για το γιό μου, -κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη
παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου'. Έτσι. Γεια σου μάνα.
Ο πατέρας
θα με γνωρίσει στο νεκροτομείο απ' τις χοντρές ελληνικές κοκκά- λες μου, όμοιες με τις δικές του, κι απ' το σταυρό της πατρίδας πούχα φυλαχτάρι μες στις τρίχες του κόρφου μου. Μιλάω για μένα σα νάμαι ερωτευμένος με τα μένα, σα νάναι η Ρωμιοσύνη ερωτευ- μένη με τα μένα. Σχωράτε με.»21
Ο Αυξεντίου πριν τελειώσει θυμάται και πάλι τα περασμένα («σα να οδηγάω, και πάλι, το αμαξάκι μου σ' ένα ασφαλτοστρωμένο δρόμο της Κύπρου») , τις ειρηνικές στιγμές στην Αμμόχωστο και στην Λεμεσό , τον μεγάλο κάμπο της Μεσαορίας και πως πήρε το όπλο για ν' ανέβει στο βουνό. Νοερά αποχαιρετά μια μαυροφορεμένη γριά , που τον αποχαιρετά λέγοντας «καλή λευτεριά γιε μου»
Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι κάτι σημαντικότερο από την καθημερινότητα που την απορροφά: « δε φτάνει το τραπέζι , μήτε κάμποσος παράς στην τσέπη , μήτε και το ψωμί και το φιλί ,- δε φτάνει. Ο άνθρωπος είναι πιο τρανός απ' την καθημερινή την έγνοια του» 22.
Προχωρά κλιμακωτά από ξεσκλάβωμα σε ξεσκλάβωμα.
«Κι έλεγα πάλι που ο άνθρωπος αρχίζει από την έγνοια του για το ψωμί κι όλο τραβάει πιο πέρα απ' τη σκλαβιά του, από σκλαβιά σε σκλαβιά, από ξεσκλάβωμα σε ξεσκλάβωμα, απ' το ξεσκλάβωμα της πατρίδας, στο ξεσκλάβωμα του κόσμου, ώσπου να νιώσει, μπαίνοντας ίσα στον ουρανό, ν' αχνίζει το φεγγάρι στον κόρφο του, ώσπου να κλάψει μια νύχτα από αγάπη για όλο τον κόσμο. Έτσι άφησα σ' ένα χαντάκι τ' αμάξι μου, πήρα τ' όπλο. Κι ανέβηκα στο βουνό.
Έτσι βρέθηκα σε τούτη τη σπηλιά που το στόμιο της βλέπει ολόισα στον ήλιο – το στρογγυλό της στόμιο είναι ο ίδιος ο ήλιος ,που θα τον νιώσω πάλι δροσερό , καθώς θα με περνάνε, (όπως κείνη τη νύχτα το φεγγάρι ) – θα τον νιώσω δροσερό κων- σταντινάτο να μου δροσίζει το καμένο στήθος , κ’ έτσι λίγο- λίγο να ζεσταίνεται ο ήλιος και ν’αχνίζει στον κόρφο μας. Γεια σας. »
Το ποίημα είναι γραμμένο στην Αθήνα τον Μάρτη του 1957.Ο «επίλογος» γεφυρώνει την τραγικότητα της στιγμής με την αιωνιότητα:
«Όλες οι καμπάνες της Γης σήμαναν μεμιάς. Όλα τ’ ανθρώπινα μέτωπα ψηλά. Όλες οι καρδιές μεσίστιες. Στο χωριό Λύση ,ανάμεσα Λευκωσία κι Αμμόχωστος , η μάνα του έσφιξε το μαύρο της τσεμπέρι κάτου απ’ το δυνατό σαγόνι της κ’ είπε ακριβώς τα λόγια που περίμενε ο γιός της : «Είμαι πέρφανη.Κάλλιο μια φούχτα τιμημένη στάχτη , παρά γονατισμένος ο λεβέντης μου». Ο πατέρας του πάλι ,σαν πήγε στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Λευκωσίας ,αναγνώρισε το καμένο παιδί του απ΄ τις χοντρές ελληνικές κοκκάλες του κι από κείνο το χρυσό κωνσταντινάτο που άχνιζε στον κόρφο του και στον κόρφο του κόσμου»24.

O Γιάννης Ρίτσος κυνηγήθηκε και εξορίστηκε από τους "εθνικόφρονες" ως "μίασμα", ενώ η εξημερωμένη «αριστερά» των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, που διακινεί από αφέλεια ή ιδιοτέλεια τα ιδεολογήματα του νεοφιλελευθερισμού και του αμερικανισμού, τον αντιμετωπίζει άλλοτε αδιάφορα και άλλοτε επιτίθεται εναντίον του με βαναυσότητα . Ο Ρίτσος οραματίστηκε την απελευθέρωση της πατρίδας ως προϋπόθεση για την απελευθέρωση του κόσμου. Το έργο του, σημαντικό σε εύρος και ποιότητα, ούτε έχει αποτιμηθεί πλήρως ούτε έχει μελετηθεί με τον οφειλόμενο σεβασμό σε όλες τις πλευρές του. Κατά ένα τρόπο παραμένει εξόριστο, καταδιωγμένο αυτή την φορά από την κυριαρχούσα ασημαντότητα και ευτέλεια.





Σημειώσεις

1. Γ. Σεφέρης: Δοκιμές. Α' τόμος. Εκδ. Ίκαρος, 1992, σελ. 201.
2. Γ. Σεφέρης: Δοκιμές. Β' τόμος, εκδ. Ίκαρος 1992, σελ. 134.
3. Ντοκουμέντα της Αντίστασης, εκδ. Ποντίκι, 1994, σελ. 246.
4. ό.π., σελ. 264,267.
5. Γ. Ρίτσος: Ποιήματα, εκδ. Κέδρος. Τόμος Γ, σελ. 253.
6. ό.π., σελ. 254.
7. άπ., σελ. 254.
8. ό.π., σελ. 256.
9.ό.π., σελ. 256.
10. ό.π., σελ.264
11. ό.π., σελ. 259.
12. ό.π., σελ. 261-262.
13. ό.π., σελ. 262.
14. ό.π., σελ. 263.
15 ό.π., σελ. 264.
16. ό.π., σελ. 263
17. ό.π. σελ.,267
18. ό.π., σελ. 262,263
19. ό.π., σελ.265
20. ό.π., σελ.266,267
21. ό.π., σελ. 269.
22. ό.π., σελ.271
23. ό.π., σελ. 271. ,272
24 ό.π., σελ. 271
25.Η Άκρα δεξιά και η μεταμοντέρνα αριστερά , υποστηρίζουν παρόμοια ότι η αριστερή πολιτική δεν μπορεί αλλά και δεν πρέπει να είναι πατριωτική .Στα ΝΕΑ της 9ης Σεπτεμβρίου 2006 σε ολοσέλιδο αφιέρωμα αναγγέλλεται περίπου ως καινοτόμο αριστούργημα το βιβλίο του Α.Γαβριηλίδη «Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού»(εκδ.FUTURA ,2006).Ένας από τους βασικούς του στόχους είναι ο Ρίτσος και ιδιαίτερα το ποίημα του «Αποχαιρετισμός».Παρερμηνεύοντας κραυγαλέα τις ποιητικές εκφράσεις του Ρίτσου , τον κατηγορεί ότι «μια από τις πιο αποκρουστικές βιολογικές θεμελιώσεις του αντιστασιακού χαρακτήρα του ελληνισμού την οφείλουμε , ούτε λίγο ούτε πολύ , στον Γιάννη Ρίτσο»(σελ.201) .Για την τιμή προς τον δολοφονημένο ήρωα , ο Ρίτσος, χαρακτηρίζεται αθεράπευτα νεκρόφιλος .Βεβαίως , όπως είδαμε ο «Αποχαιρετισμός» είναι ένας ύμνος στον ελεύθερο άνθρωπο και στην χαρά της ζωής .Ο ήρωας δεν θυσιάζεται επειδή είναι πεισιθάνατος και μισεί την ζωή , αλλά επειδή θέλει να ζει αγέρωχος , ελεύθερος , με αξιοπρέπεια Αλλά ο Γαβριηλίδης δεν αρκείται στις αβάσιμες και παράλογες επιθέσεις προς τον Ρίτσο .Στοχοποιείται όλη η μεταπολεμική αριστερά ως ρατσιστική , εθνικιστική , ακροδεξιά. Θεωρεί μάλιστα ότι σκέψεις σαν και αυτές του Σβορώνου , του Θεοδωράκη , του Ελύτη προέκυψαν από το γεγονός ότι η αριστερά ηγήθηκε της εθνικής αντίστασης . Το «μπλοκάρισμά » όπως γράφει «προέκυψε στους Έλληνες αριστερούς από τη «μέθεξή τους στον αντιστασιακό αγώνα του ’40-‘ 44»(σελ. 179).Έτσι ο δήθεν καθαρός «διεθνισμός» αποκαλύπτεται ως απολογητής της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού. Οι συκοφαντικές επιθέσεις κατά του Ρίτσου και κατά των αγώνων του λαού και του έθνους μας , δεν έχουν καμία βαρύτητα και σημασία .Όμως η προνομιακή δημοσιότητα ,που απολαμβάνουν αποδεικνύουν ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου