Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

Κοινοτισμός και Ρομαντισμός:Γ.Λαντάουερ και Μ.Μπούμπερ




Φιλοσοφία, Κοινοτισμός και Ρομαντισμός
Άρδην τ. 54
(Α΄ Μερος) o Γ. Λαντάουερ και ο Μ. Μπούμπερ

Ο Γκουστάβ Λαντάουερ και ο Μάρτιν Μπούμπερ ξετυλίγουν στα έργα τους τη φιλοσοφική θεμελίωση του κοινοτισμού ως ιδιαίτερου τρόπου οργάνωσης της κοινωνικο-οικονομικής ζωής.
Οι δυο στοχαστές δεν περιορίστηκαν στις φιλοσοφικές και θεωρητικές αναζητήσεις. Με την ίδια τους τη ζωή προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν τον κοινοτισμό, ο δε Λαντάουερ τη σφράγισε με έναν τρόπο τραγικό.
Ο Λαντάουερ, μαζί με τον Κούρτ Άισνερ, υπήρξαν οι «ηγέτες» της αναρχικής δημοκρατίας του Μονάχου του 1919. Μετά την ήττα της, ο Λαντάουερ θα φυλακιστεί και θα δολοφονηθεί από μέλη της ακροδεξιάς οργάνωσης Freikorps. Κοινό στοιχείο και των δυο είναι η επιρροή που δέχθηκαν αρχικά από τον Νίτσε και τον Βάγκνερ. Ο Άισνερ μάλιστα είχε αφιερώσει κάποια κείμενά του στον Νίτσε. Βεβαίως, και για τον Λαντάουερ και τον Άισνερ, το έργο του Νίτσε υπήρξε μια αφετηρία και όχι ένα τέλος. Ο Λαντάουερ είχε έντονες τάσεις προς τον θρησκευτικό μυστικισμό. Ο Νίτσε θα τους βοηθήσει να ξεπεράσουν τον «εργαλειακό ορθολογισμό» και με ρομαντική διάθεση να εμπνευστούν από την κοινότητα ώστε να την αναδείξουν ως τη συλλογικότητα που ίσταται πέραν του ατομικισμού αλλά και του πιο «παγερού από τα παγερά τέρατα, του κράτους», σύμφωνα με τη νιτσεϊκή διατύπωση.
Ο Λαντάουερ θα μεταφράσει και θα ερμηνεύσει τα κείμενα του χριστιανού Γερμανού μυστικιστή Μάιστερ Έκχαρτ, ενώ θα εμπνευστεί από τη χριστιανική μεσαιωνική κοινότητα: «Η χριστιανοσύνη, με τους πύργους και τις γοτθικές επάλξεις της… με τις συντεχνίες και τις αδελφότητές της, ήταν ο λαός με την πιο ισχυρή και την πιο υψηλή έννοια της λέξης: η εσώτερη σύντηξη της οικονομικής και πολιτισμικής κοινότητας με έναν πνευματικό δεσμό»1. Θα επικρίνει συγχρόνως την καπιταλιστική Αγγλία «με το στείρο βιομηχανικό της σύστημα, με την άγονη γη της, με την ομοιομορφοποίηση των μαζών και την εξαθλίωση, με την παραγωγή της που στοχεύει μάλλον στην παγκόσμια αγορά παρά στις αληθινές της ανάγκες», αλλά και τον Μάρξ, «το παιδί της ατμομηχανής»2.
Ο Λαντάουερ, θεμελιακά αντίθετος στη βιομηχανοποίηση, το κράτος, τον αστικό πολιτισμό, στοχεύει στην ομοσπονδία των ελεύθερων κοινοτήτων: «περισσότερο από τη γενική απεργία ή την εξέγερση, το μονοπάτι που οδηγεί στον ελευθεριακό σοσιαλισμό είναι η εγκατάλειψη της καπιταλιστικής οικονομίας και η δημιουργία της σοσιαλιστικής Gemeinschaft στην ύπαιθρο, hic et nunc»3.
Ο Μάρτιν Μπούμπερ υπήρξε μαθητής και φίλος του Λαντάουερ. Στη συνέχεια διετέλεσε καθηγητής των θρησκειών και της ηθικής στο Πανεπιστήμιο της Φρανγκφούρτης, από το 1924 μέχρι το 1933, οπότε κατέλαβε την εξουσία ο Χίτλερ. Δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ μέχρι το 1951. Πέθανε το 1965 στην Ιερουσαλήμ. Αν και στην αρχή ασπάστηκε τον σιωνισμό, στη συνέχεια διαφώνησε, διαχώρισε τη θέση του και υποστήριξε την εγκατάσταση συνεταιριστικών αποικιών στην Παλαιστίνη αντί της ίδρυσης εβραϊκού κράτους. Η δημιουργία των κιμπούτς χρωστά πολλά στο κοινοτικό πνεύμα του Μάρτιν Μπούμπερ, ενώ η επιθυμία του για συνδιαλλαγή και συμβιβασμό με τους Άραβες τον έκανε αντιδημοφιλή ανάμεσα στους συμπατριώτες του.
Η ομοσπονδία των κοινοτήτων
και ο Γ. Λαντάουερ
Η άρνηση του βιομηχανικού πολιτισμού, η ανορθολογική εξέγερση που διακηρύσσει ο Λαντάουερ, προϋποθέτει τη μελέτη του έργου στοχαστών όπως ο Νίτσε και ο Μ. Έκχαρτ.
Πέραν τον μεταφράσεων κειμένων του Έκχαρτ, δημοσιεύει το δοκίμιο «Σκεπτικισμός και Μυστικισμός» που αποτελεί μια προσωπική του ερμηνεία των σκέψεων του Γερμανού μυστικιστή4, ενώ, στο δοκίμιο «Μέσω του αποχωρισμού της κοινότητας», προτάσσει το απόσπασμα του Μάιστερ Έκχαρτ που αναφέρει «Εμείς οφείλουμε να ήμαστε σε όλα τα πράγματα πνεύμα και όλα τα πράγματα οφείλουν να είναι σε μας πνεύμα εν πνεύματι. Οφείλουμε να γνωρίζουμε όλα τα πράγματα και με όλα να γινόμαστε οι ίδιοι θεοί»5.
Η μελέτη της ύπαρξης, της εσωτερικότητας, είναι η προϋπόθεση που θέτει ο Λαντάουερ για να ανακαλύψουμε την κοινότητα: «Την κοινότητα που επιθυμούμε διακαώς, που έχουμε ανάγκη, θα την βρούμε μονάχα όταν εμείς οι ταιριαστοί, η καινούργια γενιά, αποχωριστούμε τις παλιές κοινότητες. Και όταν εμείς αποχωριστούμε εντελώς ριζικά, όταν ως Μεμονωμένοι βυθιστούμε βαθιά στον εαυτό μας, τότε τελικά θα βρούμε στον εσώτερο πυρήνα της κρυμμένης ουσίας μας, την πιο αρχέγονη και την πιο καθολική κοινότητα: την κοινότητα με το ανθρώπινο γένος και το σύμπαν. Όποιος έχει ανακαλύψει αυτή την ευτυχή κοινότητα στον εαυτό του, έχει πλουτίσει και ευτυχήσει για πάντα και έχει οριστικά απομακρυνθεί από τις κοινές συμβατικές κοινότητες του σύγχρονου κόσμου. Εγώ διακρίνω τριών ειδών κοινότητες: πρώτον, την κληρονομική δύναμη, αυτή που ανακαλύπτω όταν εισχωρώ αρκετά βαθιά στον εαυτό μου και στα ορύγματα του εσωτερικού μου είναι, για να ανασκάψω μέσα μου τους παλαιοντολογικούς θησαυρούς του σύμπαντος. δεύτερον, την άλλη κληρονομική δύναμη η οποία θέλει να με περικυκλώσει απ’ έξω, να με περιορίσει και να με εγκλείσει. και τρίτον, τις ελεύθερες στιγμιαίες ενώσεις των Μεμονωμένων, όταν και όπου αυτοί και τα συμφέροντά τους συμπίπτουν. Η πρώτη απ’ αυτές τις τρεις κοινότητες ονομάζεται συνήθως άτομο, το οποίο όμως είναι συγχρόνως, όπως θα δείξω, μια λειτουργία ή μια μορφή εμφάνισης του άπειρου σύμπαντος. η δεύτερη είναι η καταναγκαστική κοινότητα των αστικών κοινωνιών και κρατών, και η τρίτη είναι αυτή, η οποία κάποτε οφείλει να έρθει και την οποία εμείς θέλουμε τώρα όσο γίνεται πιο γρήγορα να προετοιμάσουμε και να ξεκινήσουμε»6.
Ο Λαντάουερ καταφεύγει στον Μ. Έκχαρτ για να τεκμηριώσει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε από το επιμέρους την ολότητα: «Σωστά είχε πει ένας παλιός δάσκαλος –ο μεγάλος αιρετικός και μυστικός– Meister Eckhart, ότι αν μπορούσαμε να γνωρίσουμε απόλυτα πως είναι ένα μικρό λουλουδάκι στην ουσία του θα είχαμε γνωρίσει ολόκληρο τον κόσμο. Ο ίδιος όμως είχε δείξει ότι δεν μπορούμε να φθάσουμε σε μια τέτοια απόλυτη γνώση απ’ έξω με τη βοήθεια των αισθήσεων, οι οποίες εξαρτώνται από το σώμα μας. “Ο Θεός είναι πάντα πρόθυμός ενώ εμείς είμαστε απόλυτα απρόθυμοι. ο Θεός είναι κοντά μας ενώ εμείς είμαστε εκτός. ο Θεός είναι στο σπίτι ενώ εμείς έχουμε φύγει”»7. Ο Λαντάουερ θεωρεί ότι: «Η βαθιά ριζωμένη ατομικότητα είναι χωρίς αμφιβολία η κοινότητα, η ανθρωπινότητα, το θεϊκό. Και όταν μια μέρα τα μεμονωμένα άτομα θα έχουν μετασχηματιστεί τα ίδια σε κοινότητα, τότε θα είναι ώριμα για τις καινούργιες κοινότητες αυτών που θα έχουν καταφέρει να αποχωριστούν την επιφανειακή ψυχική διάθεση και ανάγκη. Αυτά τα βυθισμένα στον εαυτό τους και αναγεννημένα από μέσα τους άτομα δεν έχουν βέβαια καμιά μνήμη των προγόνων και της κοινότητας. Είναι τα ίδια αυτή η κοινότητα την οποία δεν την αντιλαμβάνονται ως κάτι εξωτερικό, είναι τα ίδια αυτή η μνήμη, την οποία δεν την κατέχουν»8.
Ο Λαντάουερ καλεί να επιστρέψουμε στην αγάπη ως τάση ενότητας με το άπειρο, μακριά από την «ακραία διαφθορά και την εγωιστική επιδερμικότητα της κατά σύμβαση κοινότητας» αλλά και τον «όχλο που έχει εγκλωβιστεί από το κράτος». Να απομακρυνθούμε τελικά από το κράτος, την εμπορευματική κοινωνία, τον φιλισταϊσμό, ώστε να δημιουργήσουμε, «με χαρά και ενεργητικότητα, μια μικρή κοινότητα εμείς οι λίγοι, εμείς που ο καθένας μας αισθάνεται ως κληρονόμος χιλιετηρίδων, εμείς που αισθανόμαστε ότι είμαστε απλοί και άπειροι, εμείς που είμαστε Θεοί και ας μετατρέψουμε τους εαυτούς μας σε υποδειγματικά ζωντανούς ανθρώπους. Ας αφήσουμε ελεύθερες όλες τις ορμές μας: τον ησυχασμό όπως και την δραστήρια φιλοπονία, την καταβύθιση στον εαυτό μας όπως και την χαρά της γιορτής, την ορμή για εργασία όπως επίσης και την πολυτέλεια του πνεύματός μας»9. Ο Λαντάουερ θεωρεί αναγκαίο να απομακρυνθούμε από την «ανεκδιήγητη χυδαιότητα των κοινοτήτων που μας περιβάλλουν» ώστε να μην υπάρξει μια άλλη πολιτική μετάλλαξη αλλά να «θέσουμε σε ενέργεια την ολότητά μας για να ζήσουμε ολοκληρωμένα»10.
Το δοκίμιό του για τον αναρχισμό που περιέχεται στο βιβλίο του Το μήνυμα του Τιτανικού διακρίνεται από την ανθρωπολογική του αισιοδοξία. Θέτει ως στόχο του αναρχισμού «να κατορθώσει να σταματήσει τον αγώνα του ανθρώπου ενάντια στον άνθρωπο». Δεν τάσσεται υπέρ της κοινοκτημοσύνης αλλά της ακτημοσύνης. Επίσης τάσσεται κατά της βίας που θεωρεί ότι δεν έχει σχέση με την ουσία και το πνεύμα του κοινοτισμού και του αναρχισμού.
Επικρίνοντας τον νομοτελειακό εξελικτικισμό και την εσχατολογία του μαρξισμού, γράφει: «Σε μας για την ακρίβεια δεν περνάει καθόλου από το μυαλό η ιδέα να σχεδιάσουμε με τεχνητό τρόπο μια ιστορική εξέλιξη σύμφωνα με την οποία –και εννοείται με μια φυσική αναγκαιότητα– η προλεταριακή τάξη είναι κατά κάποιον τρόπο εξουσιοδοτημένη από την πρόνοια να καταλάβει τη θέση της σημερινής κυρίαρχης τάξης ή να εγκαθιδρύσει με απόλυτο τρόπο μια δικτατορία του προλεταριάτου. Δε διστάζω καθόλου να δηλώσω ότι ο ταξικός αγώνας δεν έχει για ’μενα αυτή τη σημασία»11.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επισήμανση που κάνει ο Λαντάουερ ανάμεσα στο μέσο και στον σκοπό: «οι αναρχικοί θα έπρεπε να αντιληφθούν το εξής: ένας σκοπός επιτυγχάνεται μονάχα όταν το μέσο έχει ήδη βαφτεί με το χρώμα αυτού του σκοπού. Ποτέ δεν φτάνει κάποιος στη μη-βία μέσω της βίας. Η αναρχία υπάρχει εκεί όπου υπάρχουν αναρχικοί άνθρωποι που δεν ασκούν πλέον καμία βία»12.
Ο Λαντάουερ, με ευκρίνεια και αναλυτική σκέψη, περιγράφει τον κοινοτισμό: «Ας συνεταιριστούμε, ας ενεργήσουμε για τον κοινοτικό σοσιαλισμό και για τους οικιστικούς, καταναλωτικούς ή στεγαστικούς συνεταιρισμούς. ας φτιάξουμε δημόσιους κήπους και βιβλιοθήκες, ας εγκαταλείψουμε τις πόλεις, ας δουλέψουμε με φτυάρια, ας απλοποιήσουμε τη ζωή μας, για να αποκτήσουμε χώρο για πνευματική πολυτέλεια»13.
Ουσιαστικά η μεταλλαγή και μεταμόρφωση του κόσμου, ο κοινοτισμός, προϋποθέτει μια εσωτερική αναταραχή του ανθρώπου ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να ενωθεί με τον εαυτό του και τον κόσμο, δηλαδή η ελευθερία που προτάσσει, «για να μπορέσει να εμφανιστεί ως μια εξωτερική πραγματικότητα, πρέπει αρχικά να γεννηθεί και να καλλιεργηθεί στο εσωτερικό του ανθρώπου»14.
Ο Λαντάουερ υπήρξε γόνιμος στοχαστής. Με δεξιοτεχνία έγραψε για τον Τολστόι, τον Ντοστογιέφσκι, τον Στρίντμπεργκ, τον Ουίτμαν. Εναρμόνισε τη μοναχική ύπαρξη με την κοινωνικότητα, διότι οι μοναχικοί, «βυθισμένοι και συγκεντρωμένοι στον εαυτό τους, ναι μεν αποφεύγουν την κοινωνία των συγχρόνων, αλλά όσο περισσότερο εξετάζουν τον εαυτό τους τόσο περισσότερο ανακαλύπτουν μέσα τους, στον πιο βαθύ πυρήνα του ατόμου, αυτό που είναι η ουσία, δηλ. η συγκέντρωση όλων των εποχών, τον λαό, την ανθρωπότητα»15.
Ο Λαντάουερ διατυπώνει ορισμένες πολύ σημαντικές σκέψεις για την εργασία. Αντλούμε χαρά από την εργασία όταν η «εργασία του καθένα θα σημαίνει γι’ αυτόν υπευθυνότητα, ανεξαρτησία, ευφυΐα και οργάνωση»16. Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει να εναρμονιστεί η εργασία με το παιχνίδι: «Εμείς θα είμαστε χαρούμενοι με την εργασία όταν επίσης αποκτήσουμε τη χαρά να είμαστε σύντροφοι στο παιχνίδι, να είμαστε συμπαίκτες στην οικονομική και κοινοτική εργασία. Κάποτε ονόμαζαν συμπαίκτες ένα ερωτικό ζευγάρι. όταν όμως η εργασία, το παιχνίδι, η ανεξαρτησία και η κοινότητα θα είναι για τους ανθρώπους μακαριότητα, τότε θα επικρατήσει η ευτυχισμένη αγάπη. Στο μεταξύ, όμως, εμείς, και για πολύ καιρό ακόμη, θα πρέπει να είμαστε χαρούμενοι με την εργασία και από μια άλλη έννοια: οι κόποι και οι αγώνες μας θα πρέπει να μας κάνουν χαρούμενους και, απέναντι σε κάθε πίεση που οι κίνδυνοι και ο αγώνας παρουσιάζουν, να αντιτάσσουμε τη δυναμικότητα και τη συντονισμένη ενεργητικότητα που τις συνοδεύει πάντα η χαρά. Εμείς περιπλανιόμαστε μέσα στον χρόνο: ας αναγνωρίσουμε και ας επιτελέσουμε το καθήκον της αποστολής μας, το οποίο πλέον έγινε για μας, να είμαστε Muhselige (χαρούμενοι με τον μόχθο) με όλες τις σημασίες της λέξης» 17.
Ορισμένες απόψεις του Λαντάουερ αιτιολογούν το τραγικό του τέλος. Θεωρεί ότι υπάρχει κάτι για το οποίο αξίζει να πεθάνεις, μάλιστα δε αυτός είναι ο ωραιότερος θάνατος. Βεβαίως, πως εναρμονίζονται οι σκέψεις αυτές με την παραδοχή ότι δεν υπάρχουν αιώνιες αλήθειες και απόλυτα ιδανικά; Πως συνάπτεται η άποψη ότι «δεν υπάρχει ωραιότερος θάνατος από το να πεθάνεις για ένα ιδανικό»18 με ένα ιδανικό που είναι σχετικό και όχι απόλυτο; Αλλού, ο Λαντάουερ ξεκαθαρίζει ότι: «ο σοσιαλισμός δεν στέκεται τόσο ψηλά ώστε να τον συνδέουμε με το απόλυτο»19 ή «αυτό που εγώ ονομάζω σοσιαλισμό δεν είναι κάποια τελειότητα. Δεν πιστεύω σε καμία τελειότητα και δεν έχω ανάγκη καμιά τέτοιου είδους πίστη»20. Προσθέτει δε ότι «ο σοσιαλισμός δεν αρχίζει από το απόλυτο και δεν καταλήγει στο απόλυτο» ενώ «αυτό που εγώ αποκαλώ πνεύμα, ενωτικό πνεύμα ή κοινοτικό πνεύμα, είναι κάτι που αισθάνομαι στον εαυτό μου, κάτι που ξέρω ότι υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους και που αντιλαμβάνομαι ότι, σε ορισμένες περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας, κάνει με ιδιαίτερα δυνατό τρόπο την εμφάνισή του»21. Ο σκεπτικισμός, αναγκαστικά, υπαγορεύει μετριοπαθείς πρακτικές επιλογές, μπορεί να δημιουργεί τραγικούς μάρτυρες όπως ο Λαντάουερ, οι οποίοι τελικά πεθαίνουν όχι για κάποιο απόλυτο ιδανικό αλλά περισσότερο από μια τραγική αίσθηση της ελευθερίας που τους κυριαρχεί.
Ο Λαντάουερ, με ρεαλιστικό τρόπο, αποκαλύπτει την εξέλιξη του κοινοτικού πνεύματος: «Το συναίσθημα ότι δηλ. η φυλή, κατόπιν το γένος και μετά ο λαός σχηματίζουν μια αλληλέγγυα οντότητα, έχει γεννηθεί επανειλημμένα στην ιστορία, είχε περιόδους ακμής και παρακμής, δεν χάθηκε ποτέ τελείως κι επιπλέον είναι παντού και πάντοτε στενά συνδεδεμένο με τη λογική ικανότητα και τους σκοπούς που εμείς θέτουμε»22.
Ο Λαντάουερ δεν αγνοεί τις εθνότητες ούτε την κοινή γερμανική-εβραϊκή του καταγωγή, αλλά τη συνδυάζει με την απελευθέρωση του ανθρώπου. Ισχυρίζεται «να είμαι έθνος σημαίνει να έχω ένα καθήκον. και όπου βρίσκεται το καθήκον μου εκεί βρίσκεται και η πατρίδα μου»23. Το καθήκον προσδιορίζεται με αυτόν τον τρόπο: «ο Εβραίος μπορεί να απελευθερωθεί μονάχα μαζί με την ανθρωπότητα. ότι είναι το ίδιο πράγμα να προσδοκάς τον Μεσσία από την εξορία και τη διασπορά και το ίδιο να είσαι ο Μεσσίας των λαών»24. Διευκρινιστικά δε συμπληρώνει «αποδέχομαι το ριζικό μου και είμαι όπως είναι αυτό. η γερμανική και η εβραϊκή μου καταγωγή δεν κάνουν κανένα κακό η μία στην άλλη»25.
Για τη θλιβερή χρήση της τεχνικής, με επίκαιρο πάντα τρόπο, σημειώνει: «κάθε εξοικονόμηση εργασίας μετατρέπεται σε ανεργία με τα φρικτά της αποτελέσματα και σχεδόν κάθε ελάφρυνση της εργασίας σε ένα οικονομικό πόλεμο των γενεών μεταξύ τους, αν δεν μετατρέπεται επίσης σε εκμετάλλευση της παιδικής εργασίας»26.
Ο Λαντάουερ, στον πρόλογο ενός άλλου έργου του, της Έκκλησης για τον Σοσιαλισμό, προβληματίζεται για τον τρόπο που θα μπορούσε να υπάρξει «μια κοινωνία αληθινών κοινοτήτων στην εποχή μας, όπου οι συνειδήσεις, έχοντας ως αφετηρία το χριστιανικό πνεύμα, θα διατηρούν ακλόνητη την ισότητα όλων των ανθρωπίνων όντων ως προς την προέλευση, τις αξιώσεις και τον προορισμό»27. Τονίζει και σε αυτό το έργο του ότι «η εργασία δεν χρειάζεται να γίνει για κανέναν μόχθος και βάσανο. όλοι μπορούν να ζήσουν για το πνεύμα, την ψυχή, το παιχνίδι και τον Θεό»28.
Ιδιαίτερα επικριτικός είναι προς τον μαρξισμό που τον ονομάζει «πανούκλα της εποχής μας και κατάρα του σοσιαλιστικού κινήματος»29. Η αντιμετώπιση και η αξιολόγηση αυτή είναι κατανοητή αν λάβουμε υπ’ όψιν τις συγκρούσεις μέσα στο εργατικό κίνημα ανάμεσα στους αναρχικούς και τους μαρξιστές αλλά και τις διαφορετικές κοσμοθεωρητικές προϋποθέσεις.
Ο Λαντάουερ ταυτίζει την ακμή μιας περιόδου της ανθρωπότητας με την κυριαρχία του πνεύματος της κοινότητας: «Τέτοια περίοδος υπήρξε η περίοδος ακμής της ελληνικής ζωής του λαού. τέτοια περίοδος υπήρξε ο χριστιανικός μεσαίωνας»30 όπου «υπήρχε συνενωτικό πνεύμα, όπως επίσης και αυτόβουλη κοινοτική ζωή, λόγω της φυσικής αναγκαιότητας του συνανήκειν»31.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι ο Λαντάουερ διέθετε ικανοποιητική γνώση της βυζαντινής τέχνης: «Γι’ αυτόν ο οποίος αισθάνεται μαζί με την ανθρωπότητα τον αιώνιο θάνατο και την αιώνια αναγέννησή της, δύσκολα μπορεί να υπάρξει κάτι πιο συγκλονιστικό, συγχρόνως ψυχοβασανιστικό καθώς και κάτι σχεδόν μιας αφελούς και παιδιάστικης αισιοδοξίας παρηγορητικό, απ’ ό,τι είναι τα έργα της πρώιμης βυζαντινής τέχνης τα οποία κάποιος θα μπορούσε πράγματι να τα ονομάσει το ίδιο καλά με τα ελληνικά»32.
Ο Λαντάουερ ταυτίζει τη γενεαλογία του έθνους και την κοινότητας, ενώ σημειώνει την αρνητική επιρροή του κράτους στο έθνος: «Το έθνος, ως προϊόν του φυσικού καταναγκασμού της νεογέννητης κοινότητας, είναι ένα αρχέγονα όμορφο και αξερίζωτο πνεύμα. Ενώ το έθνος που έχει συγχωνευτεί με το κράτος και την κατάχρηση εξουσίας είναι μια τεχνητή βαρβαρότητα και μια μοχθηρή βλακεία –και δεν παύει να είναι βεβαίως ένα υποκατάστατο του πνεύματος, το οποίο για τους σημερινούς ανθρώπους έχει γίνει ένα εθιστικό δηλητήριο καθώς και ένα απαραίτητο μεθυστικό μέσο, δηλ. αλκοόλ. Τα κράτη με τα σύνορά τους, τα έθνη με τις αντιθέσεις τους, είναι υποκατάστατα του πνεύματος του λαού και της κοινότητας που σήμερα δεν υπάρχει»33.
Ο Λαντάουερ αντιτάσσει την κοινοτική συσσωμάτωση στο κράτος: «Παλαιότερα υπήρχαν κοινότητες, φυλετικές ενώσεις, συντεχνίες, αδελφότητες, σωματεία, συνεταιρισμοί και όλα αυτά διαστρωματώνονταν με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελούν κοινωνία. Σήμερα το μόνο που υπάρχει είναι καταναγκασμός, εντολές, κράτος»34.
Ο Λαντάουερ επικρίνει τον μαρξισμό για πολλούς λόγους: για την εσχατολογία που αποπνέει, για την εμμενή τάση του να αποτελέσει ένα ιερατείο, πάνω από την εργατική τάξη, που θα γνωρίζει τις νομοτέλειες της ιστορίας. Κυρίως όμως τον επικρίνει για τον ιδιάζοντα ορθολογισμό και τεχνισμό που υπάρχει σε μια αδιαφοροποίητη ολότητα με τον προφητισμό: «Εμείς είμαστε ποιητές και θέλουμε να βάλουμε στην άκρη τους φαφλατάδες της επιστήμης, τους μαρξιστές, τους αδιάφορους, τους κούφιους, τους απνευμάτιστους, ούτως ώστε η ποιητική θεώρηση, η καλλιτεχνικά εστιασμένη δημιουργία, ο ενθουσιασμός και η προφητεία να βρουν τους χώρους όπου από δω και στο εξής πρέπει να δράσουν, να δημιουργήσουν και να κατασκευάσουν: μέσα στη ζωή, μαζί με τους ανθρώπους, για τη συμβίωση, την εργασία και τη συνύπαρξη των ομάδων, των κοινοτήτων και των λαών»35. Με αυτόν τον τρόπο ανιχνεύεται η ρομαντική θεμελίωση του κοινοτικού αντικαπιταλισμού του Γ.Λαντάουερ. Επιπροσθέτως, θεωρεί ότι ο υλισμός είναι η άλλη όψη του ιδεαλισμού, ότι ο μαρξισμός μπορεί να χαρακτηριστεί ως οικονομίστικη αντίληψη, όμως στην πραγματικότητα πρόκειται για «μη πνευματική αντίληψη της ιστορίας»36.
Ο Λαντάουερ διακρίνει τον σοσιαλισμό από τον μαρξισμό. Θεωρεί ότι ο σοσιαλισμός, η δίκαιη ανταλλαγή και η χαρούμενη εργασία, «μπορούν να έρθουν μονάχα όταν αφυπνιστεί ένα πνεύμα, με τον ίδιο τρόπο που η χριστιανική και η προχριστιανική εποχή των γερμανικών λαών είχαν γνωρίσει ένα πνεύμα»37, δηλαδή με το πνεύμα των κοινοτήτων.
Ο Λαντάουερ συνεχίζει την κριτική του στον Μάρξ και επισημαίνει: «Ο μαρξισμός είναι φιλισταίος και γι’ αυτό φίλος του μαζικού και του εκτεταμένου. Έτσι, κάτι όπως μια δημοκρατική πόλη του μεσαίωνα, ένα χωριό, ένα ρώσικο μιρ, μια ελβετική κοινότητα ή μια κομμουνιστική αποικία, γι’ αυτόν δεν μπορεί να έχει ποτέ την παραμικρή ομοιότητα με τον σοσιαλισμό. ενώ αντίθετα ένα εκτεταμένο συγκεντρωτικό κράτος μοιάζει ήδη σε αρκετά μεγάλο βαθμό με το δικό του μελλοντικό κράτος»38. Βεβαίως, οι αντιλήψεις του Μαρξ δεν έχουν πάγιο και στατικό χαρακτήρα. Σε επιστολές του προς τον Μιχαηλόφσκι και τη Βέρα Ζασούλιτς, θεώρησε τη ρώσικη κοινότητα ως απαραίτητο στάδιο για την πορεία στον σοσιαλισμό, που θα έδινε έτσι τη δυνατότητα στη ρώσική κοινωνία να μην έρθει αντιμέτωπη με τα πάθη και τα προβλήματα που γνώρισε η δυτική κοινωνία.
Ο Λαντάουερ συμπεραίνει ότι η εποχή μας χαρακτηρίζεται από τις τάσεις συγκεντρωτισμού: την οικονομική συγκεντροποίηση του καπιταλισμού, την τεχνική συγκεντροποίηση, την συγκεντροποίηση του κράτους, της γραφειοκρατίας, της στρατοκρατίας. Ο δε μαρξισμός, αντί να προσπαθεί να ξεφύγει από τις μορφές συγκεντροποίησης, «όλες οι μορφές του κενού, άσχημου, ομοιόμορφου, περιοριστικού και καταπιεστικού συγκεντρωτισμού έχουν γίνει μέχρι ενός σημείου πρότυπα για τον μαρξισμό, και έχουν επηρεάσει τη γένεση, την ανάπτυξη και την επέκτασή του»39. Με πολύ ρεαλιστικό τρόπο, ο Λαντάουερ προβλέπει την εξέλιξη του μαρξισμού να λαμβάνει κατευθύνσεις ανάλογες με αυτές που διαβάζουμε στο έργο του Κώστα Παπαϊωάννου: «Το μελλοντικό κράτος των μαρξιστών. η άνθηση πάνω στο δέντρο της κρατικής, καπιταλιστικής, τεχνικής συγκεντροποίησης»40.
Το πολιτικό δέον του Λαντάουερ περιγράφεται με τρόπο αδρό: «Η αληθινή κοινωνία είναι μια πολλαπλότητα από πραγματικές, συνενωτικές, ιδιότητες των ατόμων, από μικρές κοινότητες που προέρχονται από το πνεύμα, ένα οικοδόμημα από κοινότητες και μια ένωση»41.
Σημαντικό είναι ότι το πολιτικό δέον του Γ. Λαντάουερ δεν πρόκειται να έρθει ως το αποτέλεσμα μιας αδήριτης ιστορικής αναγκαιότητας, αλλά ως το αποτέλεσμα της ανθρώπινης βούλησης και απόφασης: «ο σοσιαλισμός μπορεί και πρόκειται να έρθει όταν εμείς τον θελήσουμε, όταν εμείς τον δημιουργήσουμε»42.
Ο Λαντάουερ εισηγείται ορισμένες μεταρρυθμίσεις αναγκαίες για την άμεση βελτίωση της ζωής των εργαζομένων: δημιουργία καταναλωτικών συνεταιρισμών, μείωση του χρόνου εργασίας, επιστροφή στις άμεσες ανθρώπινες σχέσεις, υπεράσπιση και όχι καταστροφή της οικογένειας, που αξιολογείται ως θεμελιώδης συνιστώσα της κοινότητας: «αγάπη μεταξύ των συζύγων, αγάπη των γονιών για τα παιδιά, των παιδιών για τους γονείς, αγάπη μεταξύ των αδερφών, μεταξύ των φίλων, γλυκιά αισθαντικότητα μεταξύ των δυο φύλων»43.
Ριζική είναι η κριτική που αναπτύσσει ο Λαντάουερ στον καπιταλισμό και στην τεχνική: «Το καπιταλιστικό σύστημα πράγματι μετατρέπει τον εργάτη σε αριθμό. η καπιταλιστική τεχνική τον μετατρέπει σε παράρτημα των τροχών της μηχανής και το κράτος φροντίζει ώστε ο καπιταλιστής επιχειρηματίας όχι μονάχα να μην λυπάται για τον θάνατο του εργάτη, αλλά να μην μπορεί ούτε καν να ενδιαφερθεί γι’ αυτόν προσωπικά σε περίπτωση αρρώστιας ή ατυχήματος… Τα όρια της τεχνικής, με τον τρόπο που κι αυτή σήμερα είναι προσαρμοσμένη στον καπιταλισμό, έχουν υπερβεί τα όρια της ανθρωπότητας. Αυτό που προέχει δεν είναι καθόλου η ζωή και η υγεία των εργατών (κι εδώ δεν πρέπει να σκεφτούμε μονάχα τις μηχανές. ας αναλογιστούμε μονάχα τα επικίνδυνα μεταλλικά απόβλητα, που αιωρούνται ελεύθερα στον αέρα των εργαστηρίων, τα τοξικά απόβλητα, τη μόλυνση της ατμόσφαιρας ολόκληρων πόλεων σ.τ.σ.) και βέβαια αυτό που προέχει δεν είναι καθόλου η χαρά της ζωής και η ευχαρίστηση των εργαζομένων κατά τη διάρκεια της εργασίας τους»44. Η τεχνική υπηρετεί μεν τον καπιταλισμό, όμως η μηχανή, από «νεκρός υπηρέτης του ανθρώπου, έχει γίνει ο αφέντης»45 και τελικά «ο καπιταλισμός είναι ο σκλάβος της αυτοδημιούργητης τεχνικής»46.
Όπως ο Κ. Καραβίδας στον ελληνικό χώρο, ο Λαντάουερ θεωρεί ότι ο κοινοτισμός δεν είναι ένα αφηρημένο ιδανικό αλλά μια βιωμένη πραγματικότητα: «Συνεπώς εμείς δεν είμαστε υποχρεωμένοι να δημιουργήσουμε από την αρχή για τον λαό μια κοσμοθεωρία, η οποία θα ήταν ένα τελείως τεχνητό, εφήμερο, ασθενικό ή απολύτως ρομαντικό υποκριτικό δημιούργημα της φαντασίας, και για την ακρίβεια, σήμερα, κάτι άμεσα υποταγμένο στη μόδα. Εμείς έχουμε την πραγματικότητα του ζωντανού-ατομικού κοινού πνεύματος πολύ περισσότερο μέσα μας και πρέπει να το ανορθώσουμε ώστε να γίνει δημιουργικό. Η θέληση για δημιουργία μικρών ομάδων και κοινοτήτων δικαιοσύνης, η επίγεια κοινωνική χαρά και η λαϊκή ετοιμότητα των ατόμων, και όχι μια επουράνια ψευδαίσθηση ή μια συμβολική μορφή, είναι αυτές που θα φέρουν τον σοσιαλισμό, το ξεκίνημα μιας πραγματικής κοινωνίας»47.
Σε αντίθεση με τον Μπακούνιν, υποστηρίζει: «Ούτε δημιουργείται το καινούργιο από το πνεύμα της εκδίκησης, της οργής και της χαράς της καταστροφής. Αυτό πρέπει να καταστραφεί από το εποικοδομητικό πνεύμα: η επανάσταση και ο συντηρητισμός δεν αλληλοαποκλείονται»48.
Ο Λαντάουερ είναι κατηγορηματικά αντίθετος στη δημιουργία ενός παγκόσμιου κράτους που το θεωρεί «το πιο φρικτό επινόημα»49 και αντιτείνει τη δημιουργία σωματείων και κοινοτήτων, ενώ επιγραμματικά αναφέρει: «Για να οικοδομηθεί το μεγάλο, πρέπει να ξεκινήσουμε από το Μικρό»50.
Ο Λαντάουερ επικρίνει την αντικατάσταση της οικογένειας από τον «ελεύθερο έρωτα» διότι, δίχως τη συγκροτημένη οικογένεια, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε η κοινότητα ούτε οποιαδήποτε άλλη ελεύθερη συσσωμάτωση: «Το πνεύμα χρειάζεται ελευθερία και κουβαλάει την ελευθερία μέσα του. όπου το πνεύμα δημιουργεί ενώσεις όπως οικογένειες, συνεταιρισμούς, επαγγελματικές ομάδες, κοινότητες και έθνη, εκεί υπάρχει ελευθερία κι εκεί μπορεί επίσης να δημιουργηθεί η ανθρωπότητα»51.
Επιπροσθέτως, θεωρεί ότι η υπεραξία είναι μια σχέση και παράγεται σε ολόκληρη την αλληλουχία της οικονομικής διαδικασίας και όχι σε ένα συγκεκριμένο μέρος της. «Από αυτό το προς συζήτηση εδώ σφάλμα προέρχεται όλη αυτή η ολέθρια αγκύλωση του μαρξισμού στην επιχειρηματικότητα και ειδικότερα στη βιομηχανική επιχειρηματικότητα»52.
Η αναγέννηση της κοινωνίας θα προέλθει από το πνεύμα της κοινότητας: «Η θεμελιώδης μορφή της σοσιαλιστικής κουλτούρας είναι η συμμαχία των κοινοτήτων που διοικούνται ανεξάρτητα και ανταλλάσσουν ελεύθερα τα προϊόντα μεταξύ τους»53. Αρνητικός είναι ο Λαντάουερ για την ιδιοκτησία την οποία θεωρεί κλοπή και σκλαβιά. Παρόμοια με τον Νίτσε και τον Μάρξ, ο Λαντάουερ επισημαίνει «ο μοναδικός τετηγμένος, το μοναδικό είδωλο, ο μοναδικός Θεός, στον οποίο οι άνθρωποι έδωσαν ποτέ ζωή είναι το χρήμα. Το χρήμα είναι τεχνητό και ζωντανό, το χρήμα γεννά χρήμα και χρήμα και πάλι χρήμα, το χρήμα κατέχει όλες τις δυνάμεις του κόσμου»54.
Τα δώδεκα άρθρα της σοσιαλιστικής συμμαχίας που διατυπώνει ο Λαντάουερ στο Έκκληση για τον σοσιαλισμό εισηγούνται τη «συμμαχία των ανεξάρτητων διαχειριζόμενων μεταξύ τους, δίκαια συναλλασσόμενων, οικονομικών κοινοτήτων», την «αναρχία, δηλαδή την τάξη διαμέσου των ελεύθερων ενώσεων» και τη δημιουργία «καταναλωτικών συνεταιρισμών και Τράπεζας Ανταλλαγής και την κατάργηση της ιδιοκτησίας»55.
Η συνεισφορά του Λαντάουερ στη θεωρία του κοινοτισμού είναι σημαντική. Παρότι ο κοινοτισμός ούτε ταυτίζεται ούτε εξαντλείται στον αναρχισμό, ασκεί αναμφισβήτητα μια έντονη έλξη προς τον αυτόν. Ο κοινοτισμός μπορεί να υπάρξει με ή χωρίς ή και παράλληλα με το κράτος. Ο Λαντάουερ, ξεκινώντας από μια ρομαντική διάθεση και ένα πνεύμα θρησκευτικό – μυστικιστικό, οδηγείται στην απόρριψη του νεωτερικού κράτους. Με ουσιαστικό τρόπο εντοπίζει στον κοινοτισμό τη λύση στον συγκεντρωτισμό της αστικής κοινωνίας και του μαρξισμού. Ξεδιπλώνει τη γόνιμη κριτική του στην τεχνική, στη λατρεία του παραγωγισμού, προτάσσει δε την ολοκλήρωση του ανθρώπου μέσα από τη δημιουργική ανασύνθεση της εργασίας με τη χαρά και το παιγνίδι. Τελικά, στη δημιουργία του απρόσωπου παγκόσμιου κράτους, αντιπροτείνει την ομοσπονδία των ελεύθερων κοινοτήτων.
Σημειώσεις
1. Michael Lowy – Robert Sayre: Εξέγερση και Μελαγχολία, Εναλλακτικές Εκδόσεις 1999, μετ. Δέσποινα Καββαδία - εισαγωγή Γιώργος Καραμπελιάς. Επίσης, στο έργο των ιδίων, Μορφές ρομαντικού αντικαπιταλισμού, εισαγωγή-μετάφραση Στέφανου Ροζάνη, εκδόσεις Έρασμος 1991, σελ 76-77. 2. Ό.π., σελ.189.
3. Ό.π., σελ. 190.
4. Γ. Λαντάουερ, Το μήνυμα του Τιτανικού, εκδόσεις Τροπή, Αθήνα-Αγρίνιο 2000, μετάφραση – επιμέλεια Γιάννης Καραπαπάς, σελ.11.
5. Ό. π., σελ. 18.
6. Ό. π., σελ. 21.
7. Ό. π., σελ. 24.
8. Ό. π., σελ. 37.
9. Ό. π., σελ. 41.
10. Ό. π., σελ. 41.
11. Ό. π., σελ. 51.
12. Ό. π., σελ. 58.
13. Ό. π., σελ. 62.
14. Ό. π., σελ. 65.
15. Ό. π., σελ. 168.
16. Ό. π., σελ. 169.
17. Ό. π., σελ. 169, 170.
18. Ό. π., σελ. 176.
19. Ό. π., σελ. 185.
20. Ό. π., σελ. 198.
21. Ό. π., σελ. 199.
22. Ό. π., σελ. 201.
23. Ό. π., σελ. 212.
24. Ό. π., σελ. 212.
25. Ό. π., σελ. 213.
26. Ό. π., σελ. 224.
27. Γ. Λαντάουερ, Έκκληση για τον Σοσιαλισμό, μετάφραση- επιμέλεια Γιάννης Καραπαπάς, εκδόσεις Τροπή, Αθήνα- Αγρίνιο 2001, σελ. 15.
28. Ό. π., σελ. 16.
29. Ό. π., σελ. 31.
30. Ό. π., σελ. 35.
31. Ό. π., σελ. 36.
32. Ό. π., σελ. 38.
33. Ό. π., σελ. 47.
34. Ό. π., σελ. 48.
35. Ό. π., σελ. 64.
36. Ό. π., σελ. 67.
37. Ό. π., σελ. 73.
38. Ό. π., σελ. 74.
39. Ό. π., σελ. 83.
40. Ό. π., σελ. 84.
41. Ό. π., σελ. 91,92.
42. Ό. π., σελ. 96.
43. Ό. π., σελ. 123.
44. Ό. π., σελ. 128,129.
45. Ό. π., σελ. 129.
46. Ό. π., σελ. 131.
47. Ό. π., σελ. 138.
48. Ό. π., σελ. 144.
49. Ό. π., σελ. 150.
50. Ό. π., σελ. 156.
51. Ό. π., σελ. 158.
52. Ό. π., σελ. 167.
53. Ό.π. σελ. 172
54. Ό.π. σελ. 187
55. Ό.π. σελ. 201, 202, 203, 204.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου