Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2010

Π.ΚΟΝΔΥΛΗΣ :απο τον ΕΥΡΩΑΤΛΑΝΤΙΣΜΟ στην ΕΥΡΑΣΙΑ


Π.Κονδύλης :Από τον ευρατλαντισμό στην ευρασία

«Όποιος δεν θέλει να είναι το φερέφωνο του ισχυρού δεν πρέπει και να αποδέχεται την εικόνα που προβάλλει και επιβάλει ο ισχυρός για τον εαυτό του»1
Π. Κονδύλης

Ανάμεσα στις κατά καιρούς συνηγορίες του αμερικανισμού, ξεχώρισαν το τελευταίο διάστημα το κείμενο του υπεύθυνου του ΕΛΙΑΜΕΠ καθηγητή Θ. Κουλουμπή, για το δόγμα του «ευρωαντλαντισμού» (που δημοσίευσε η εφημερίδα «Καθημερινή»), δηλαδή την αποκλειστική ,την προνομιακή , την στρατηγική συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις ΗΠΑ.

Το ζήτημα της αντίστασης ή της υποταγής στον αμερικανισμό φαίνεται ότι έχει διχάσει την ελληνική πολιτική κοινωνία. Υπερασπιστές των ΗΠΑ εμφανίζονται από τον συντηρητικό χώρο έως την εκσυγχρονιστική αριστερά καθώς και την άκρα αριστερά. Παρόμοια και οι επικριτές της αμερικάνικης πολιτικής, εμφανίζονται σε όλο το πολιτικό κοινωνικό φάσμα (από την ορθόδοξη εκκλησία ως την επαναστατική αριστερά).

Οι απολογητές του αμερικανισμού, προβάλλουν την στρατηγική συνεργασία ΗΠΑ – Ελλάδος ως μοναδική επιλογή για το νεοελληνικό κράτος, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά είναι και μέρος των Βαλκανίων και κατά συνέπεια μπορεί να αναπτύσσει αμοιβαία επωφελείς σχέσεις τόσο με τις βαλκανικές χώρες όσο και με την Ρωσία. Η αμερικάνικη ισχύς δεν είναι ακατανίκητη οδεύουμε πλέον σε ένα πολυπολικό κόσμο όπου μικρές χώρες σαν την Ελλάδα θα έχουν πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες να ελιχθούν.

Τα ηθικά επιχειρήματα συνεργασίας με τις ΗΠΑ δεν έχουν καμία βαρύτητα. Το νεοελληνικό κράτος και λιγότερο η ηπειρωτική Ευρώπη κατεχόταν επί αρκετές δεκαετίες από τον στρατό της Μεγ. Βρετανίας και των ΗΠΑ. Η κληρονομιά της κατοχής και της υποτέλειας υπήρξε πολύ δυσάρεστη για τον νεοελληνισμό. Πέραν του ότι δηλητηρίασε την πολιτική ζωή κατασκεύασε μια πολιτική και οικονομική τάξη που οφείλει την ύπαρξη της, στην αμερικάνικη υποτέλεια.

Η υποτιθέμενη ανάσχεσης του σοβιετικού κινδύνου παλαιότερα, του Ισλάμ σήμερα, οδήγησε τις ΗΠΑ να λεηλατήσουν τις φιλελεύθερες αξίες τους. Εγκαθίδρυση δικτατοριών σε χώρες όπως η Χιλή και η Ελλάδα, δημιουργία αποσπασμάτων θανάτου στην Λατινική Αμερική, παρακολούθηση πολιτών σε όλο τον κόσμο, τυχοδιωκτικοί πόλεμοι στο όνομα της «δημοκρατίας» , του «ανθρωπισμού »και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», λειτουργία των στρατοπέδων συγκέντρωσης στο Γκουαντάναμο και στο Αμπού Γκράιμπ.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Ενώ τυπικά λειτουργεί η δημοκρατία, στην πραγματικότητα το κοινοβούλιο ελέγχεται ασφυκτικά από επιχειρηματικά συμφέροντα, η πληροφόρηση είναι κατευθυνόμενη, και η απουσία κοινωνικού κράτους κάνει αφόρητη την ζωή για τους εργαζόμενους. Ο «πολιτισμός» των Mac και της Coca-Cola ευθύνεται για την μόλυνση του περιβάλλοντος αλλά και του παγκόσμιου πολιτισμού. Δίπλα στον Αμερικάνο Πρόεδρο Μπους, Ευαγγελιστές θεολόγοι, διαστρεβλώνουν πλήρως την χριστιανική θεολογία που έχει ως κέντρο της την αγάπη –και μάλιστα την αγάπη προς τους εχθρούς-, μετατρέποντας την Βίβλο σε μία απολογία των τυχοδιωκτικών πολέμων των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Η κριτική προς τις ΗΠΑ έχει επεκταθεί πλέον από αιρετικούς στοχαστές σαν τον Νόαμ Τσόμσκι και τον Χάρολντ Πίντερ σε οργανικούς διανοούμενους του συστήματος όπως Ζ. Μπρεζίνσκι. Η προεδρία Ομπάμπα μένει να αποδείξει αν θα ανατρέψει αυτή την κατάσταση , ή απλά θα χρησιμοποιήσει άλλες τακτικές για να επιτύχει τους στρατηγικούς στόχους των ΗΠΑ.

Οι ΗΠΑ για να διατηρήσουν το επίπεδο διαβίωσής τους, δανείζονται διαρκώς από το εξωτερικό και μάλιστα από έναν από τους κυριότερους ανταγωνιστές τους την Κίνα. Τα συνεχώς διευρυνόμενα εμπορικά τους ελλείμματα ,όπως και η χρεοκοπία ολόκληρου του τραπεζικού συστήματος και μέρους της αυτοκινητοβιομηχανίας , αποδεικνύουν ότι υπάρχουν δυσεπίλυτα ,δομικά προβλήματα στην οικονομία τους. Έτσι οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύοντας σήμερα την πλέον βάρβαρη εκδοχή του καπιταλισμού είναι συγχρόνως οικονομικά αναποτελεσματικές και ηθικά χρεοκοπημένες .

Μόνο σε κάποιους όψιμους νεοσυντηρητικούς στην Ευρώπη, οι ΗΠΑ διατηρούν ακόμη την λάμψη τους. Σε πολλές περιπτώσεις απομονώνεται ένας τομέας των ΗΠΑ, ώστε να αιτιολογηθεί συνολικά η κατάφαση στο μοντέλο τους. Διαβάσαμε ότι «ΗΠΑ διαθέτουν τα καλύτερα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στον κόσμο». Όμως παρά το γεγονός ότι πλέον η πρωτοπορία της τεχνολογικής γνώσης μεταναστεύει σε χώρες όπως η Ινδία, θα πρέπει να αναρωτηθούμε βαθύτερα, ποιο είναι το μέσο επίπεδο μόρφωσης στις ΗΠΑ, υψηλότερο ή χαμηλότερο από την Ευρώπη, κι ακόμη η γνώση που παράγεται χρησιμοποιείται για σκοπούς που ωφελούν η βλάπτουν τον άνθρωπο, ή πως εναρμονίζεται η τεχνολογική εξέλιξη με την προέλαση των πλέον ακραίων μορφών ανορθολογισμού (θρησκευτικές σέχτες, πίστη σε εξωγήινους, υποστήριξη της θανατικής καταδίκης, ελεύθερη κατοχή όπλων). Όπως δεν έσωσε την ΕΣΣΔ από την διάλυση, η παρουσία ενός εξελιγμένου στρατιωτικού τομέα μέσα σε μία παρακμάζουσα κοινωνία έτσι και δεν θα σώσει τις ΗΠΑ από την παρακμή η ύπαρξη δύο-τριών καλών πανεπιστημίων.

Βεβαίως στην χώρα μας υπάρχουν φωνές που μας καλούν να συνδράμουμε στις τυχοδιωκτικές εκστρατείες των ΗΠΑ, ώστε να βρεθούμε στο κέντρο μιας διεθνούς σύγκρουσης, δίχως κανένα όφελος για την πατρίδα μας. Έγραψε δημοσιογράφος: «οι δε φίλοι και σύμμαχοι βλέπουν ότι δεν είμαστε σε θέση, δεν ενδιαφερόμαστε να εκπληρώσουμε τον ρόλο μας ως σύμμαχοι, δηλαδή να συμβάλουμε αποφασιστικά, όσο μας είναι δυνατόν, στη συνδιαμόρφωση ενός περιβάλλοντος ασφαλείας που, όπως λέει όχι μόνον το ΝΑΤΟ αλλά με τον πιο επίσημο τρόπο και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, μας οδηγεί πλέον να αμυνθούμε πολύ μακριά από τα σύνορά μας» («Νέα Πολιτική», τεύχος 7, σελ.45).

Η Ελλάδα δεν έχει κανένα συμφέρον να βρεθεί στο κέντρο μιας διεθνούς διένεξης υποστηρίζοντας τις πολεμικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ. Αντίθετα η Ελλάδα σε συνεργασία με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Γαλλία –που δεν αποδέχονται τις ατλαντικές επιλογές– θα πρέπει να αναλάβει να συνδέσει τον αραβικό κόσμο με τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι ατλαντικές υποχρεώσεις της Ελλάδας σταματούν εκεί που αρχίζουν τα εθνικά μας συμφέροντα. Ο ελληνικός στρατός, υπάρχει για να υπερασπίζεται αποκλειστικά την εδαφική ακεραιότητα του ελλαδικού και κυπριακού κράτους και η συμμετοχή του στο παρελθόν σε εκστρατείες όπως της Ουκρανίας και της Κορέας, μόνο ζημιές μας απέφερε.

Ένας «μεγαλοιδεατισμός» μάλιστα, που αναμένει την δικαίωση των οραμάτων του από τις ΗΠΑ, αφενός λησμονεί σε τι εθνικές καταστροφές οδήγησαν στο παρελθόν τέτοιου είδους αντιλήψεις, αφετέρου ότι πάγια πολιτική των ΗΠΑ είναι ο «ελληνοτουρκισμός» δηλαδή η στενή συνεργασία Ελλάδος – Τουρκίας στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα ελληνικά συμφέροντα. Η καλλιέργεια» μεγαλοιδεατισμών», αντί της Βαλκανικής Συνεργασίας καταλήγει αναπόφευκτα στην δραστικότερη ανάμειξη των ΗΠΑ, στις Βαλκανικές υποθέσεις. Οι δηλώσεις Ομπάμα που επιβράβευαν και κολάκευαν τον διωγμό των Ελλήνων από την Μικρά Ασία , αφού όπως είπε ο Τουρκισμός «αντιστάθηκε με επιτυχία στην προσπάθεια επανίδρυση μιας αρχαίας αυτοκρατορίας » , επιβεβαιώνει τις παραπάνω σκέψεις και το γεγονός ότι πάγια τα αμερικάνικα συμφέροντα ταυτίζονται , όχι με τα ελληνικά αλλά με τα τουρκικά συμφέροντα.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης στο έργο του με συστηματικό και σαφή τρόπο, υπέδειξε και στη συνέχεια αναίρεσε τα ιδεολογήματα του αμερικανισμού. Ηθικισμός και οικονομισμός συγχωνεύονται σε μία ολότητα στην αμερικάνικη ιδεολογία. Χυδαίος υλισμός στην οικονομία, ηθικισμός πουριτανισμός στις αξίες απαρτίζουν το δίπολο μέσα στο οποίο κινείται ο αμερικανισμός.

Ο Π. Κονδύλης θεωρεί ότι η φιλελεύθερη και η μαρξιστική ουτοπία μοιράζονται από κοινού ορισμένες αρχές και προϋποθέσεις ώστε «όπως οι μαρξιστές έζησαν το ναυάγιο της ουτοπίας τους, έτσι και οι φιλελεύθεροι θα βρεθούν σύντομα μπροστά στα ερείπια της δικής τους, την οποία θα γκρεμίσουν οι τρομακτικοί αγώνες κατανομής του 21ου αιώνα»2.

Οι φιλελεύθεροι υποστηρίζουν ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο, παρά το γεγονός ότι χώρες που στο παρελθόν είχαν αναπτύξει στενότατες οικονομικές σχέσεις –όπως οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες πριν τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο στην συνέχεια ήρθαν σε αιματηρότατη πολεμική σύγκρουση. Τα κράτη δεν συνεργάζονται μεταξύ τους λόγω κοινότητας πολιτισμού ή αξιών αλλά λόγω συμφερόντων. Έτσι το αν ανήκει η Ελλάδα στην Δύση είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα για τους φιλοσόφους, αλλά χωρίς πρακτική αξία στην χάραξη πολιτικής. Ακόμη και αν η Ελλάδα είναι «δυτική» οφείλει να μην υποτάσσετε σε εκείνα τα κράτη της «Δύσης» που δεν προάγουν τα συμφέροντά της. Για τον Κονδύλη δεν είναι ο πολιτισμός που υπαγορεύει τις εκάστοτε συμμαχίες «αλλά η ενότητα των συμφερόντων όπως τα προσδιορίζει εκάστοτε η γεωπολιτική, η στρατηγική και η οικονομία»3. Εκτός αυτού η Ελλάδα, από διαπρεπείς Αμερικάνους όπως ο Χάντιγκτον, δεν θεωρείται λόγω της ορθοδοξίας μέρος του δυτικού κόσμου, όπως δεν θεωρείται και η Ρωσία, παρότι διαθέτουν πανομοιότυπα πολιτικά-οικονομικά συστήματα με την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη και η Ελλάδα τουλάχιστον μετέχει σε δύο κατ’ εξοχήν δυτικούς οργανισμούς το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε..

Η Ελλάδα και η Ευρώπη ακόμη κι αν διαθέτουν κοινά στοιχεία με τις ΗΠΑ θα πρέπει να συντάξουν την δική τους αυτόνομη στρατηγική: «Μετά το 1945 ολόκληρη η Ευρώπη βρέθηκε υπό διπλή κατοχή αμερικάνικη και σοβιετική».4 Αν η κατοχή της Ανατολικής Ευρώπης από τους Σοβιετικούς κατέρρευσε η πλήρης αποδέσμευση της Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης από τις ΗΠΑ είναι προϋπόθεση για την πολιτική της ενηλικίωσης.
Ο Παναγιώτης Κονδύλης καταγγέλλει την φιλελεύθερη και μαρξιστογενή διανόηση, που υπερασπίζεται τα ιδεολογήματα του αμερικανισμού, τον «οικουμενισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Ο ρόλος που έπαιξαν ορισμένοι διανοούμενοι στην δικαιολόγηση των διαφόρων επιδρομών των ΗΠΑ, στην Γιουγκοσλαβία και το Ιράκ, ή στην υπεράσπιση της παγκοσμιοποιημένης κυριαρχίας τους (Τ. Νέγκρι) είναι χαρακτηριστική: «Αν ο ηττημένος, αποδεχόμενος όψιμα την ιδεολογία του νικητή, γίνεται συχνά ο γελοιωδέστερος και γλοιωδέστερος φορέας της δεν είναι βέβαιο ο πρωταρχικός εμπνευστής και θεμελιωτής της. Η «αριστερά» έχοντας μετατραπεί σε ουραγό ή σε σφουγγοκωλάριο του αμερικανισμού, δεν αντλεί πλέον από ό,τι ζωντανότερο είχε η μαρξιστική παράδοση, δηλαδή την ανελέητη απομυθοποίηση των φιλελεύθερων ιδεολογημάτων, αλλά τρέφεται από μια κοινωνική θεωρία που εν μέρει αντικατοπτρίζει και εν μέρει συγκαλύπτει εξιδανικευτικά τις πραγματικές σχέσεις ισχύος μέσα στη δυτική μαζική δημοκρατία».5

Η αναίρεση των ιδεολογημάτων, δεν είναι αντικείμενο μιας συζήτησης που διεξάγεται αποκλειστικά μεταξύ διανοουμένων, αλλά άπτεται άμεσα της πραγματικότητας: «ό,τι ήταν για τους Ρώσους κομμουνιστές χθες ο «προλεταριακός διεθνισμός», είναι σήμερα για τους Αμερικανούς τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Και στον 21ο αιώνα, όπως πάντοτε στο παρελθόν, την Ιστορία θα την καθορίσει όποια Δύναμη θα είναι σε θέση να προσδιορίζει δεσμευτικά για τους υπολοίπους το περιεχόμενο και την πρακτική εφαρμογή των κυρίαρχων εννοιών (διάβαζε: ιδεολογημάτων)».6 Οι ΗΠΑ φαίνεται το τελευταίο διάστημα να μεταχειρίζονται περισσότερο την «σύγκρουση των πολιτισμών» του Χάντιγκτον ως ιδεολογικό όπλο. Περιγράφουν έναν δυτικό κόσμο φρούριο τον οποίο υπερασπίζονται οι ΗΠΑ από τους έξωθεν κακούς. Η νέα ιδεολογική μεταμόρφωση συνεπάγεται μία σκλήρυνση και στο εσωτερικό μέτωπο. Έτσι ο Χάντιγκτον εισηγείται μία καθαρή «αμερικάνικη ταυτότητα» που θα προσδιορίζεται αποκλειστικά από τις διάφορες μορφές προτεσταντισμού και θα έχει εξοβελίσει τους ισπανόφωνους και κάθε άλλον μετανάστη που δεν επιδέχεται αφομοίωσης.

Σύμφωνα με τα αμερικάνικα ιδεολογήματα, η πύκνωση των ελληνοτουρκικών εμπορικών και οικονομικών σχέσεων (όπως η δαπανηρότατη εξαγορά τουρκικής τράπεζας από την Εθνική Τράπεζα) είναι η αναγκαία και ικανή συνθήκη για την αναίμακτη επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών. Όμως «μόνον όποιος ενστερνίζεται έναν οικονομίστικο ντετερμινισμό, δηλαδή μόνον όποιος αποδίδει τους πολέμους σε οικονομικούς ανταγωνισμούς και μόνον, δικαιούται λογικά να πιστεύει ότι η οικονομική συνεργασία θα καταργήσει τους πολέμους. Στο κρίσιμο αυτό σημείο, όπως και σε άλλα ακόμη, ο οικονομίστικος φιλελευθερισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά χυδαίος μαρξισμός με αντιστραμμένα πρόσημα».7 Έτσι είναι ευεξήγητη η κοινότητα απόψεων, που παρουσιάζουν οι νεοφιλελεύθεροι και κάποιοι μαρξιστογενείς στην υπεράσπιση της αμερικάνικης πολιτικής στα Βαλκάνια (υποστήριξη του βομβαρδισμού της Γιουγκοσλαβίας υποστήριξη αλυτρωτισμού και αδιαλλαξίας της FYROM, νέο-οθωμανισμός, σχέδιο Ανάν για την Κύπρο).

Ο Κονδύλης σπρώχνει την «λογική» του αμερικανισμού ως τα άκρα της, για να δείξει το λογικό του αδιέξοδο: «Σύμφωνα με τον οικουμενισμό των ‘ανθρωπίνων δικαιωμάτων’, που διακηρύσσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ευρωπαίοι ουραγοί τους, όλοι οι άνθρωποι έχουν τα ίδια δικαιώματα, γιατί όλοι έχουν εκ γενετής την ίδια αξιοπρέπεια και όλοι μετέχουν εξ ίσου του ορθού λόγου. Με αφετηρία λοιπόν την οικουμενική αυτή αρχή δεν μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι οι Δυτικές Δυνάμεις ή το Ισραήλ έχουν το δικαίωμα να κατέχουν πυρηνικά όπλα, γιατί είναι εξ ορισμού σε θέση να τα χρησιμοποιούν «έλλογα» ενώ το Ιράκ και το Ιράν στερούνται του ίδιου αυτού δικαιώματος επειδή είναι εξ υπαρχής βέβαιο ότι δεν θα κάμουν «έλλογη χρήση του»8. Βέβαια γράφει αλλού ειρωνικά «αποτελεί δικαίωμα των Ηνωμένων Πολιτειών να ανησυχούν πολύ περισσότερο για τα υποθετικά ατομικά όπλα της Βορείου Κορέας και του Ιράν παρά για τα πραγματικά ατομικά όπλα του Ισραήλ ωστόσο μία τέτοια συμπεριφορά ελάχιστα ενδείκνυται στα μάτια τρίτων προκειμένου να εμφανίσει κάποιον ως αμερόληπτο εκτελεστή οικουμενικών αρχών»9.

Ο Π. Κονδύλης έβλεπε το μέλλον της Ευρώπης στην στενή συνεργασία με την Ρωσία, στον σχηματισμό της Ευρασίας. Τις σκέψεις αυτές τις διατύπωνε, την εποχή που η Ρωσία βρισκόταν στην έσχατη παρακμή της υπό τη κηδεμονία των ολιγαρχών και του Γιέλτσιν. Όμως έγραφε με τη σκέψη στο μέλλον και με την βεβαιότητα ότι η Ρωσία θα επανάκαμπτε δυναμικά στην παγκόσμια πολιτική. Επισήμαινε ότι ιδιαίτερα η Σιβηρία «αποτελεί την τελευταία μεγάλη επιφάνεια μέσα σ’ έναν πυκνοκατοικημένο πλανήτη», διαθέτοντας «τεράστια αποθέματα αρκτικού πετρελαίου και βιομηχανικά –στρατηγικά σημαντικών μεταλλευμάτων»10.

Η γιγάντια οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη της Κίνας θα απαιτήσει την άνετη και συνεχή πρόσβαση σε άφθονες πρώτες ύλες. Οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της Σιβηρίας θα είναι συνεπώς μία αναγκαιότητα για την ύπαρξή της. Η πρόσβαση σε αυτές θα είναι αντικείμενο ή πολεμικής αναμέτρησης ή εμπορικής συναλλαγής: «Μόλις αρχίσει να διαγράφεται μία τέτοια κατάσταση η Ρωσία θα τεθεί υπό πίεση και θ’ αναγκαστεί ν’ αναζητήσει συμμάχους. Αν δεν βρει, τότε θα υποχρεωθεί να κάμει παραχωρήσεις προς την Κίνα ή και να συμπαραταχθεί μαζί της, οπότε θα δημιουργούνταν ένας πανίσχυρος συνασπισμός»11. Ο Κονδύλης εξηγεί ότι παρά τις διαφορετικές επιθυμίες των ΗΠΑ, η στενή συνεργασία της Ευρώπης με την Ρωσία, η Ευρασία αντί του Ευρωαντλαντισμού, θα αποδώσει στην Ευρώπη τις αναγκαίες πρώτες ύλες (πετρέλαιο, φυσικό αέριο κ.λπ.) και μία νέα δυναμική στην πολιτική της εξέλιξης:

«Μία μακροπρόθεσμη ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στη Ρωσία οφείλει να προσανατολισθεί σ’ αυτές τις γεωπολιτικές προοπτικές. Ασφαλώς είναι δικαίωμα των Ηνωμένων Πολιτειών να επιθυμούν τη διασφάλιση της πλανητικής μονοκρατορίας τους μεταξύ άλλων με τη συνεχή χαλιναγώγηση ή και με τον κατακερματισμό της Ρωσίας. Όμως μία ενωμένη Ευρώπη δεν θα είχε να κερδίσει πολλά πράγματα, αν εμφανιζόταν ως στρατηγικός τοποτηρητής των Αμερικάνων στην Ανατολική Ευρώπη και ως υποστηρικτής όλων των χωριστικών τάσεων μέσα στην επικράτεια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Η ευρωπαϊκή, και προπαντός γερμανική μυωπία, όπως φαίνεται με την υποστήριξη του αμερικάνικου σχεδίου για την επέκταση του ΝΑΤΟ ίσαμε τα ρωσικά σύνορα, δεν μπορεί παρά να δώσει τροφή σε μία απολύτως θεμιτή δυσπιστία της Ρωσίας και να σπρώξει τη γιγαντιαία ευρασιατική χώρα στην επιθετική απομόνωση ή στην αγκαλιά της Κίνας. Όποιος είναι έστω κι επιφανειακά εξοικειωμένος με τη ρωσική ιστορία, θα πρέπει να γνωρίζει ότι καμία entente cordiale με τη Ρωσία δεν είναι δυνατή, αν δεν της αναγνωρισθεί εξ υπαρχής το δικαίωμα να τηρεί την τάξη στην Καυκασία, στην κεντρική Ασία και σε ολόκληρο τον σιβηρικό χώρο. Η Ευρώπη δεν θα είχε να χάσει τίποτε, αν η Ρωσία επιτελούσε με επιτυχία το έργο αυτό, αντίθετο μάλιστα. Και δεν θα υπήρχε κίνδυνος ρωσικής ηγεμονίας πάνω σε μία πλούσια κι ενωμένη Ευρώπη, ικανή να δρα πολιτικά με ενιαίο τρόπο. Μία τέτοια Ευρώπη δεν θα είχε να φοβηθεί τίποτε από την Ρωσία, ενώ η Ρωσία θα είχε να ελπίζει τα πάντα από μία τέτοια Ευρώπη. Συνάμα, στο πλαίσιο μίας μεγαλεπήβολης γεωπολιτικής αναδιάταξης της Ευρασίας θα λύνονταν από μόνα τους ζητήματα όπως η ρωσική επιρροή στην Ανατολική Ευρώπη και οι αντίστοιχοι φόβοι των λαών της.

Ώστε η μεγάλη πλανητική και κοσμοϊστορική δυνατότητα μίας Ενωμένης Ευρώπης θα ήταν η Ευρασία. Κατ’ αρχήν βέβαια υπό την απτή έννοια της διασφάλισης ενεργειακών πηγών και απαραίτητων πρώτων υλών σε εποχή όπου εδώ διαφαίνεται στενότητα και οξύνονται οι συναφείς ανταγωνισμοί. Αλλά επιπλέον και υπό την έννοια μίας αποστολής, η οποία διευρύνει τους ορίζοντες και κινητοποιεί δυνάμεις».12

Δεικτικά αναφέρεται ο Κονδύλης στις βαρβαρότητες (σφαγές 100.000 Ιρακινών στρατιωτών) που διέπραξαν οι ΗΠΑ στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου: «Βεβαίως, τα κατά άλλα λαλίστατα δυτικά τηλεοπτικά δίκτυα ουσιαστικά την αποσιώπησαν, και αν η ιστορία γραφτεί με βάση τα δεδομένα τους, τότε ο πόλεμος του Κόλπου θα περάσει στη μνήμη των επιγεγνομένων ως εκείνος που, χάρη στην υπερσύγχρονη τεχνολογία δεν στοίχισε παραπάνω από 200 περίπου ανθρώπινες ζωές».13

Για τον νεοελληνισμό ο Κονδύλης επισημαίνει την προϊούσα δημογραφική συρρίκνωση, τον οικονομικό παρασιτισμό, την τάση να καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα παράγει, την αναξιοπιστία του πολιτικού προσωπικού. Επικεντρώνεται όμως σε δύο σημεία:

Α) «ένα καθοριστικό γνώρισμα της σημερινής ελληνικής εθνικής ζωής, δηλ. της εθνικής ζωής μετά τη γεωπολιτική συρρίκνωση του ελληνισμού, είναι η απουσία ιστορικών στόχων ικανών να κινητοποιήσουν συνειδητά και μακροπρόθεσμα συλλογικές δυνάμεις. Πάνω σ’ αυτό δεν πρέπει να ξεγελιέται κανείς ούτε από τυποποιημένες πατριωτικές κορώνες ούτε από τις ανόρεκτες μάχες οπισθοφυλακής που δίνονται για το κυπριακό –ούτε επίσης πρέπει να εκλαμβάνει ως τέτοιο στόχο την «ένταξη στην Ευρώπη» γιατί προς αυτήν ωθεί μία μαζική επιθυμία καταναλωτικής ευζωίας, η οποία προκειμένου να πραγματοποιηθεί, δεν θα δίσταζε και πολύ να μετατρέψει την ένταξη σε ταπεινωτική εθνική εκποίηση».14

Β) «Μονάχα η ευόδωση της εκσυγχρονιστικής προσπάθειας επιτρέπει την επιτυχή άμιλλα με άλλα έθνη και έτσι χαρίζει την αυτοπεποίθηση εκείνη, η οποία επιτρέπει την απροβλημάτιστη αναστροφή με την εθνική παράδοση και καθιστά ψυχολογικά περιττό τον πιθηκισμό. Αντίθετα η ανικανότητα ενός έθνους να συναγωνισθεί τα άλλα σε ό,τι σήμερα –καλώς ή κακώς– θεωρείται κεντρικό πεδίο της κοινωνικής δραστηριότητας θέτει σε κίνηση έναν διπλό υπεραναπληρωτικό μηχανισμό: τον πιθηκισμό ως προσπάθεια να υποκαταστήσεις με επιφάσεις ό,τι δεν κατέχεις ως ουσία και την παραδοσιολατρεία ως αντιστάθμισμα του πιθηκισμού. Απ’ αυτή την άποψη, ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολιτισμός πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους».15
Η παθολογία του νεοελληνικού κράτους και της κοινωνίας έχει ως συνέπεια να αναζητεί προστάτες είτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση είτε στις ΗΠΑ. Η σχέση αυτή ειδικά ως προς τις ΗΠΑ είναι ετεροβαρής και μονοσήμαντη. Η Ελλάδα παρέχει στις ΗΠΑ ότι αυτές επιθυμούν (στρατιωτικές διευκολύνσεις, βάσεις) και εισπράττει πιέσεις για συνεχείς υποχωρήσεις σε όλα τα εθνικά θέματα προσβλητικές δηλώσεις σε σχέση με την FYROM, ανακίνηση ανύπαρκτων μειονοτικών ζητημάτων πυροδότηση του αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού, που μπορεί στο άμεσο μέλλον να δημιουργήσει σοβαρότατα διακρατικά προβλήματα. Ειδικά ως προς την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. οι ΗΠΑ μαζί με την Μ. Βρετανία είναι οι θερμότεροι υποστηριχτές της, παραβλέποντας το γεγονός –η και εξ αιτίας αυτού του γεγονότος– ότι η πιθανή ένταξη της Τουρκίας μπορεί να οδηγήσει σε κατάρρευση όλο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Φυσικά οι εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες δεν έχουν δείξει το απαραίτητο σθένος για να αντισταθούν στις ατλαντικές πιέσεις. Αντίθετα κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία είναι από τους θερμότερους πρεσβευτές της ευρωπαϊκής ένταξης της Τουρκίας. Πιθανολογείται ότι ο ενδεχόμενος εξευρωπαϊσμός της Τουρκίας θα μειώσει αναγκαστικά την ένταση στην περιοχή, οδηγώντας στην ειρηνική επίλυση των προβλημάτων. Όμως όπως έχει δείξει ο Κονδύλης ο εξευρωπαϊσμός ή ο εκδημοκρατισμός ενός κράτους δεν το καθιστά αναγκαία ειρηνόφιλο. Αντίθετα τα ευρωπαϊκά κράτη όταν είχαν την ισχύ και αποικιακές εκστρατείες διεξήγαγαν και σε αιματηρούς πολέμους ενεπλάκησαν.16 Η αποκατάσταση της ισορροπίας δυνάμεων στην περιοχή είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για τη διατήρηση της ελευθερίας και της ειρήνης. Αν δε το νεοελληνικό κράτος δεν μπορεί να την επιτύχει από μόνο του, θα πρέπει να την επιτύχει με την συνεργασία άλλων κρατών.

Όπως σημείωνε ο Π. Κονδύλης ο πόλεμος με την Τουρκία, με την παρούσα κατάσταση είναι καταστροφή, ενώ η ειρήνη είναι υποταγή. Είναι δε προφανές ότι σταδιακά το νεοελληνικό κράτος καθίσταται διεθνώς ανυπόληπτο , πολλαπλώς κηδεμονευόμενο και ως προς την Τουρκία σε κατάσταση περιορισμένης κυριαρχίας. Ο Π. Κονδύλης ισχυριζόταν ότι η Ελλάδα για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι αναπόσπαστο μέρος, αλλά διαπραγματεύσιμη επαρχία, ώστε ότι δεν μπορεί να δώσει η ίδια στην Τουρκία, πιέζει την Ελλάδα να το παραχωρήσει. Βέβαια οι ελληνικές πολιτικές ελίτ όπως αποδεικνύεται δεν χρειάζεται ιδιαίτερα να πιεστούν από την Ε.Ε. ή τις ΗΠΑ, διότι συνήθως ενθουσιωδώς μπορούν να δώσουν ότι τους ζητηθεί σε σχέση με την Τουρκία. Η προϊούσα υποχωρητικότητα «θα αμείβεται με αμερικάνικους και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός».17 Παράλληλα αναπτύσσεται ένας νεοφαναριωτισμός, όπου με την κάλυψη της ελληνοτουρκικής προσέγγισης ή ενός πτωχοπροδρομικού μεγαλοιδεατισμού Έλληνες επιχειρηματίες χρηματοδοτούν την τουρκική οικονομία υπό αμερικάνικη βέβαια έμπνευση. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται μία προσπάθεια να αναστραφεί η φύρα των επενδύσεων από άλλες βαλκανικές ή μεσαιο-ευρωπαϊκές χώρες. Είναι αξιοσημείωτο ότι Έλληνες αστοί πολλές φορές απέκλιναν από την φιλοδυτική πολιτική του νεοελληνικού κράτους. Παλαιότερα κερδίζοντας από επενδύσεις σε αραβικά κράτη, τώρα από επιχειρήσεις στα Βαλκάνια καις στην Κίνα, ενώ οι εφοπλιστές γνωρίζουν μία χρυσή εποχή χάρις στην ανάπτυξη της Κίνας. Πόσο μπορούν να επηρεάσουν την ελληνική εξωτερική πολιτική; Από ότι φαίνεται η επιρροή του ξένου παράγοντα είναι διαχρονικά τόσο καταλυτική, ώστε οι Έλληνες αστοί δεν μπορούν να διαμορφώσουν μία δική τους πολιτική που σε αυτή την περίπτωση μπορεί να συμφέρει και τον υπόλοιπο ελληνισμό αλλά ωθείται σε επενδύσεις στην Τουρκία που μπορεί να έχουν βραχυπρόθεσμο όφελος, αλλά θα είναι ιδιαίτερα επισφαλείς μακροπρόθεσμα για οικονομικούς και πολιτικούς λόγους , ενώ θα εμβαθύνουν περισσότερο την σχέση εξάρτησης από τον νέο-οθωμανισμό.

Ο Κονδύλης παρότι θεωρεί ότι η Ελλάδα δεν μπορεί άμεσα να εγκαταλείψει τις υφιστάμενες –«συμμαχίες»- οι οποίες δεν είναι ωφέλιμες αλλά αναγκαστικές, συμπεραίνει ότι η ενίσχυση του γεωπολιτικού βάρους της Ρωσίας είναι ο μοναδικός τρόπος για να περιοριστεί η τουρκική επιθετικότητα: «Μονάχα μία ισχυρή εθνικιστική και επεκτατική Ρωσία θα μπορούσε να αποτελέσει δραστικό φραγμό των τουρκικών φιλοδοξιών στα Βαλκάνια (όπου θα αναζωπυρώνονταν οι παλαιοί ρωσικοί δεσμοί με τη Σερβία και τη Βουλγαρία) και στην Ανατολή (όπου επίσης θα ενεργοποιούνταν ο παλαιός αντιτουρκικός άξονας Ρωσία και Ιράν).18

Στις ημέρες μας η ταχύτατη οικονομική ανάπτυξη της Κίνας συνοδεύεται με την ανασυγκρότηση και την επιστροφή της Ρωσίας στην διεθνή σκηνή. Χάρις στους πετραιαλαγωγούς μπορεί να ενισχύσει αμφίδρομα την συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ οδηγείται σε αδιέξοδο. Οι σουνίτες βρίσκονται σε συνεχή ανταρσία, οι σιίτες μοιραία θα κατευθυνθούν προς τους ομόθρησκους τους στο Ιράν, ενώ οι Κούρδοι θα είναι οι μοναδικοί τους σύμμαχοι. Η φιλία όμως με τους τελευταίους δημιουργεί ευρύτερες ανησυχίες όχι μόνο στην Τουρκία, αλλά και στο Ιράν και στη Συρία για την μελλοντική πιθανότητα νέων χωριστικών κινημάτων. Έτσι αφενός ή Τουρκία θα καταφεύγει στις ΗΠΑ για να εξισορροπήσει την ρωσική ισχύ, αφετέρου θα απομακρύνεται από αυτές λόγω του Κουρδικού. Έτσι στο άμεσο μέλλον και οι ΗΠΑ και η Τουρκία θα βρεθούν αντιμέτωποι με σημαντικά διλήμματα.

Η Ελλάδα αν μπορούσε να ανασυγκροτηθεί πολιτικά και οικονομικά, θα ενίσχυε την γεωπολιτική της σημασία, χάρις στους αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αν δε η Ευρώπη ακολουθούσε νέα ευρασιατική στρατηγική θα μπορούσε να είναι πολλαπλά ωφελημένη. Σε αυτή την περίπτωση οι ΗΠΑ θα έχουν ηττηθεί πολιτικά και θα έπρεπε για το συμφέρον τους να εγκαταλείψουν τις πολυδάπανες ιμπεριαλιστικές εκστρατείες και να ασχοληθούν με τα σημαντικά εσωτερικά οικονομικά τους προβλήματα. Άλλωστε η ήττα αυτή θα είναι η συνέχεια μίας μεγάλης ήττας που ήδη γνωρίζουν στην Κεντρική και Νότια Αμερική.

Ο Π. Κονδύλης παραμένει επίκαιρος και η σκέψη του ένα μεγάλο όπλο για να κατανοήσουμε τις εξελίξεις στον 21ο αιώνα. Δυστυχώς το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών αντί να συμβουλεύεται το έργο του διαλέγεται με το ΕΛΙΑΜΕΠ. Απέναντι στην οχληρή πραγματικότητα της Ευρώπης προτεκτοράτο των ΗΠΑ, και της θεωρητικοποίησής της από τον «ευρωαντλαντισμό», ο Π. Κονδύλης προτείνει την Ευρασία, την στενή συνεργασία Ευρώπης και Ρωσίας. Ενώ μπροστά στην προοπτική μετατροπής της Ελλάδας σε δορυφόρο της Τουρκίας εισηγείται την επείγουσα ανασυγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, την παραγωγική μεταστροφή της ελληνικής οικονομίας, την άμεση απαλλαγή από το αποτυχημένο πολιτικό προσωπικό και την επανεξέταση της πολιτικής των συμμαχιών.

ΠΗΓΕΣ
1. Παν. Κονδύλης: «Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000» Εκδ. Θεμέλιο. Αθήνα 1998 σελ.10.

2. Παν. Κονδύλης: «Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης. Απαντήσεις σε 28 ερωτήματα». Εκδ. Νεφέλη Αθήνα 1998, σελ.136,137

3. Όπως προηγούμενη σελ. 138

4. Όπως προηγούμενη σελ. 140

5. Π. Κονδύλης: «Από τον 20ό στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000». Εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1998, σελ. 8

6. Όπως προηγούμενα σελ. 10

7. Π. Κονδύλης «Θεωρία του Πολέμου». Εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1998, σελ.366.

8. Όπως προηγούμενα σελ.373

9. Π. Κονδύλης «Από 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000». Εκδ. Θεμέλιο σελ. 130,131

10. Όπως προηγούμενα σελ.116

11. Όπως προηγούμενα σελ. 117

12. Όπως προηγούμενα σελ. 117, 118

13. Π. Κονδύλης «Θεωρία του πολέμου». Εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1998, σελ.366.

14. Π. Κονδύλης: «Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο». Εκδ. Θεμέλιο 1992, σελ. 158.

15. Όπως προηγούμενα σελ. 175, 176

16. Ο Π. Κονδύλης στην Θεωρία του Πολέμου (σελ.405) γράφει: «Η ιστορία δείχνει ότι οι δημοκρατίες μπορεί να είναι εξ ίσου επεκτατικές και αξιόμαχες όσο και οι τυραννίες. Η αγγλική αυτοκρατορία συγκροτήθηκε ακριβώς παράλληλα με την εδραίωση και την εμβάθυνση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος στη μητρόπολη. Και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός βρίσκεται σήμερα στην αποκορύφωση της παγκόσμιας ισχύος του κραδαίνοντας το λάβαρο της πανανθρώπινης δημοκρατίας και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

17. Όπως προηγούμενα σελ. 410.

18. Όπως προηγούμενα σελ. 392.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου